Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Το λευκό πιόνι, που δραπέτευσε













Αναδημοσίσευση από το ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ

Ο δεκάχρονος Παύλος με τον πατέρα του έκατσαν στο μπαλκόνι του καφέ, παρήγγειλαν και ξεκίνησαν να παίζουν σκάκι.
Παράδοξη εικόνα. Ένας πατέρας που παίζει με το παιδί του. Συνήθως το πρώτο πράγμα που ρωτάνε τα παιδιά κι οι έφηβοι είναι αν έχουμε wi-fi. Έπειτα χάνονται στο τάμπλετ τους, ενώ κι οι γονείς συχνά κάνουν το ίδιο με το κινητό τους.
Δεν φταίει η τεχνολογία. Θα μπορούσαν να είναι η εφημερίδα κι ένα κόμικ. ‘Η τίποτα. Είναι πιο εύκολο να είσαι απομονωμένος. Ακόμα κι απ’ το παιδί σου ή τον πατέρα σου.
~~
Τους παρατηρώ να παίζουν. Ο Παύλος είναι πολύ καλός, συγκεντρωμένος και σοβαρός.
“Παίζεις καιρό;” τον ρωτάω.
“Πολύ καιρό”, λέει αυτός.
“Τι πολύ καιρό;” λέει ο πατέρας του. “Πόσο παίζεις;”
“Ένα χρόνο”, λέει ο Παύλος.
“Ένας χρόνος δεν είναι πολύς καιρός”, λέει ο πατέρας.
“Εξαρτάται”, του λέω. “Αν έχεις ζήσει δέκα χρόνια τότε είναι το ένα δέκατο ολόκληρης της ζωής σου”.
Τους αφήνω να συνεχίσουν. Κάθε τόσο στέκομαι από πάνω τους και βλέπω πώς εξελίσσεται η παρτίδα.
Δεν μιλάνε, δεν “επικοινωνούν”, αν επικοινωνία θεωρείται μόνο η λεκτική. Όμως φτιάχνουν έναν δεσμό. Κι ο Παύλος χτίζει μια ανάμνηση. Σίγουρα όταν μεγαλώσει, όταν ο πατέρας του θ’ αφήσει την παρτίδα, θα θυμάται με νοσταλγία (η λέξη περιλαμβάνει και άλγος, πόνο) τα παιχνίδια που έπαιζε με τον πατέρα του.
Όταν γυρνάω στο σπίτι ρωτάω τον Τηλέμαχο αν θέλει να παίξουμε σκάκι.
“Εντάξει”, λέει αυτός, όλο χαρά. “Αλλά να παίξουμε και τάβλι;”
Έτσι αλλάζουμε τον κόσμο μερικές φορές -έστω σ’ αυτό το λίγο. Είδα αυτούς τους δύο να παίζουν και ζήλεψα -χωρίς φθόνο.
~~{}~~
Το επόμενο βράδυ ξανάρχονται κι αρχίζουν το παιχνίδι. Κάποια στιγμή βλέπω τον πατέρα να σηκώνεται και να κατεβαίνει τις σκάλες, προς τον κήπο που έχει από κάτω.
“Μας έπεσε ένα πιόνι”, μου λέει.
“Τι χρώμα;” ρωτάω.
“Λευκό”.
“Ε, τότε θα το βρείτε. Αν ήταν μαύρο…”
Έψαξαν για πολλή ώρα, αλλά δεν βρήκαν το λευκό πιόνι. Επέστρεψαν την επόμενη μέρα, με το φως του ήλιου. Έψαχναν ώρες, αλλά δεν το βρήκαν.
Καθώς ανέβαιναν τις σκάλες απογοητευμένοι, ο Παύλος είπε: “Το πιόνι δραπέτευσε”.
“Μπορείς να το αντικαταστήσεις με κάτι άλλο”, του λέω. “Οτιδήποτε”.
“Ναι, έχω κι άλλα κομμάτια. Αλλά εκείνο τι έγινε;”
“Δραπέτευσε”.
~~
Μπαίνω στη λάντζα να πλύνω ποτήρια και σκέφτομαι την αλληγορία του παιχνιδιού.
Στο σκάκι υπάρχουν οι λευκοί κι οι μαύροι. Παρά την αντίθεση του χρώματος είναι ισότιμοι. Με μια μικρή διαφορά: Τα λευκά παίζουν πάντα πρώτα.
Όμως αυτή η πρώτη κίνηση δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία -έτσι νομίζω, δεν είμαι σπουδαίος σκακιστής.
Αν όλα τα κομμάτια μπορούσαν να ψηφίσουν, τότε τα πιόνια εύκολα θα εξέλεγαν αρχηγό, αφού αυτά είναι οκτώ, ίδια, ισάξια. Όμως στο σκάκι δεν υπάρχει δημοκρατία, ο βασιλιάς είναι το παν.
Όλα γίνονται για να αιχμαλωτιστεί ο αντίπαλος βασιλιάς. Πιόνια, πύργοι, άλογα και τρελοί, ακόμα κι η βασίλισσα, μπορεί να θυσιαστούν, για να σώσουν τον βασιλιά τους.
Χωρίς τον βασιλιά το παιχνίδι τελειώνει.
Υπάρχει η ψευδαίσθηση της προαγωγής για τα πιόνια. Κάθε ένα απ’ αυτά μπορεί να γίνει κάτι άλλο, κάτι “ανώτερο”. Οτιδήποτε εκτός από βασιλιά. Ο βασιλιάς είναι μόνο ένας.
Ο βασιλιάς, ο σημαντικός, είναι ο πιο ανίσχυρος. Κινείται μόνο ένα τετράγωνο, όπως τα πιόνια, και δύσκολα μπορεί να απειλήσει κάποιον -μόνο πισώπλατα.
Η βασίλισσα είναι αυτή με τη μεγαλύτερη δύναμη, αλλά κι εκείνη είναι πεπεισμένη για την ανωτερότητα του βασιλιά.
~~
Το παιχνίδι ξεκινάει με τα κομμάτια τοποθετημένα πάντα στη σωστή θέση. Μπροστά τα πιόνια, έτοιμα να θυσιαστούν για τον βασιλιά τους. Πίσω το βασιλικό ζεύγος. Δεξιά κι αριστερά, στη σειρά, οι αξιωματικοί (ή τρελοί), τα άλογα (ιππικό;) και τα κάστρα στην άκρη.
Οι κινήσεις που επιτρέπεται να κάνει κάθε κομμάτι είναι συγκεκριμένες. Κι ο χώρος είναι περιορισμένος, 64 τετράγωνα.
Τις περισσότερες φορές τα κομμάτια δεν σκέφτονται. Έχουν μάθει τον ρόλο τους: Να προστατέψουν τον βασιλιά τους, να αιχμαλωτίσουν τον αντίπαλο βασιλιά. (Οι βασιλιάδες δεν πεθαίνουν, δεν μπορείς να τους “πάρεις”. Ή τους αιχμαλωτίζεις, κάνοντας ματ, ή παραιτούνται και πηγαίνουν διακοπές στο εξοχικό τους στη Γαλλία).
Όσο συναρπαστική κι αν είναι η παρτίδα, στο τέλος κάποιος κερδίζει -ή μπορεί να υπάρξει και ισοπαλία. Αλλά μετά όλα ξαναρχίζουν, και τα πιόνια στήνονται στη δεύτερη γραμμή φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του βασιλιά.
“Ζήτω ο μαύρος Βασιλιάς! Πιάστε τον Λευκό Βασιλιά!”
“Ζήτω ο λευκός Βασιλιάς! Πιάστε τον μαύρο Βασιλιά!”
Και ξαναρίχνονται στη μάχη. Με αυτοθυσία και αυταπάρνηση.
~~
Όμως, υπάρχουν κάποιες παράδοξες στιγμές, όπως αυτές που περιγράφει ο Ρόμπινς στο Χορό των Εφτά Πέπλων -για άλλα “άψυχα” αντικείμενα, όπου ακόμα κι ένα πιόνι μπορεί να θελήσει να δραπετεύσει.
Το πιόνι που δραπέτευσε, ήταν φτιαγμένο από ξύλο ή MDF, κάπου στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, σ’ ένα εργοστάσιο όπου οι εργάτες δουλεύουν για ένα δολάριο την ώρα.
Είχε ένα μικρό ελάττωμα, ένα σημάδι σαν τρίχα στο λευκό κεφάλι του. Το πρώτο πράγμα που είδε, σαν φτιάχτηκε, ήταν τα σκιστά μάτια ενός κοριτσιού που δούλευε εκεί.
Το κορίτσι ήταν στη διαλογή. Τα σκάρτα κομμάτια τα πετούσε πίσω της. Από ‘κει τα έκαναν πάλι ροκανίδι, τα κολλούσαν με ρητίνη και ξαναφτιάχναν πιόνια.
Το κορίτσι είδε τη μαύρη ουλή στο πιόνι, αλλά δεν ήθελε να το πετάξει. Το άφησε στην ταινία, για να πέσει στο κουτί.
~~
Όταν το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή βγήκε απ’ το κουτί βρέθηκε σ’ ένα παράξενο μέρος. Το ταβάνι του εργοστασίου ήταν γαλάζιο. Τριγύρω, χαμηλά, υπήρχε κι άλλο γαλάζιο, μπλε μάλλον, και πράγματα στέκονταν πάνω του.
Στην Αρετσού της Καλαμαριάς, τόσο μακριά απ’ το Πεκίνο, ο δεκάχρονος Παύλος άνοιξε το καινούριο σκάκι κι έστησε τα πιόνια. Είχε πάντα τα λευκά, μια πατρική παραχώρηση, τη μόνη που του έκανε ο πατέρας του. Και το παιχνίδι ξεκίνησε.
Το λευκό πιόνι προσπάθησε να συμμεριστεί την πίστη στο βασιλιά. Στην πρώτη παρτίδα θυσιάστηκε νωρίς. Στη δεύτερη έμεινε ακίνητο στο Β2 για όλη την παρτίδα. Στην τρίτη κατάφερε να φτάσει ως απέναντι και τότε τη θέση του την πήρε ένας πύργος.
Μετά μπήκε στο κουτί. Μέσα εκεί ξεκίνησε να μιλάει στα άλλα πιόνια.
“Γιατί το κάνουμε αυτό;” τα ρώτησε. “Γιατί να θυσιαζόμαστε για τον βασιλιά; Γιατί να μας αλλάζει κάποιος, όταν φτάνουμε απέναντι;”
“Έτσι παίζεται το παιχνίδι”, του είπε ένα πιόνι.
Ένας πύργος μ’ έναν αξιωματικό τον αγριοκοίταζαν.
“Και γιατί πρέπει να παίζουμε το παιχνίδι;” ρώτησε το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή.
“Γι’ αυτό φτιαχτήκαμε”.
“Δεν έχουμε ελευθερία επιλογής;” ρώτησε το λευκό πιόνι κι όλοι γελάσαν.
Ο λευκός βασιλιάς, μαζί με τον μαύρο και τις βασίλισσες, τον πλησίασαν.
“Πρέπει να νιώθεις περήφανος που ανήκεις στους λευκούς”, του είπε η λευκή βασίλισσα.
“Γιατί;”
“Γιατί δεν είσαι μαύρος”.
“Και τι διαφορά έχω απ’ τα μαύρα πιόνια;”
“Εσύ είσαι λευκό κι αυτά είναι μαύρα. Είναι οι εχθροί.”
“Ποιος το λέει αυτό;”
“Ο θεός”, είπε ο λευκός βασιλιάς.
“Και ο θεός τι χρώμα είναι; Λευκός ή μαύρος;” ρώτησε το πιόνι.
“Λευκός, βεβαίως” – “Μαύρος, βεβαίως”, είπαν ταυτόχρονα οι δυο βασιλιάδες.
Ο αξιωματικός, αυτός που λένε και τρελό, πετάχτηκε τότε και είπε γελώντας, σαν γελωτοποιός: “Για να λέμε την αλήθεια, μάλλον κίτρινη είναι. Και είναι κορίτσι.”
“Δεν θέλω να παίζω αυτό το παιχνίδι”, είπε το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή.
Όλοι ταράχτηκαν.
“Δεν γίνεται να μην παίζεις”, του είπε ήρεμα ο λευκός βασιλιάς.
“Σ’ αυτό θα συμφωνήσω”, είπε ο μαύρος βασιλιάς.
“Το παιχνίδι σε καθορίζει. Ο ρόλος σου είναι αυτός και μόνο: Να συνεχίσεις να παίζεις. Αν δεν παίζεις δεν θα έχεις πλέον καμία αξία. Δεν θα είσαι πιόνι. Θα είσαι… Σκουπίδι.”
“Αλλά θα είμαι ελεύθερος”.
Οι βασιλιάδες κι οι βασίλισσες του γύρισαν την πλάτη. Τον πλησίασε ο μαύρος τρελός.
“Άκου, φιλαράκι”, του είπε. “Το παιχνίδι θα συνεχιστεί και χωρίς εσένα. Ουδείς αναντικατάστατος. Συμβολική είναι η παρουσία σου. Μπορεί να μπει στη θέση σου ένα κέρμα ή -ακόμα χειρότερα- ένα λευκό πούλι από τάβλι. Το παιχνίδι θα συνεχιστεί και χωρίς εσένα. Αλλά εσύ τι θα είσαι χωρίς το παιχνίδι;”
“Θα είμαι ελεύθερος”.
~~
Το ίδιο βράδυ, όταν άνοιξε το κουτί, το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή είδε τα άστρα, το φεγγάρι μισογεμάτο και τα φώτα στη θάλασσα.
Με την πρώτη ευκαιρία, μόλις βγήκε απ’ το παιχνίδι και τον έβαλαν στην άκρη, μετακίνησε λίγο το κέντρο βάρος του κι έπεσε, απ’ το τραπέζι κι απ’ το μπαλκόνι.
Κρύφτηκε ανάμεσα στα φύλλα ενός θάμνου, όση ώρα τον έψαχνε ο μικρός θεός.
Μετά, λίγο πριν ξημερώσει, κατρακύλησε ως τη θάλασσα.
~~
(Κάποιοι λένε ότι μέρες μετά και μήνες ξεβράστηκε σ’ ένα νησί. Η αλμύρα και τα κύματα το ‘χαν γλείψει κι είχε γίνει σαν κοχύλι. Όμως αυτό ίσως και να ‘ναι ψέμα.)

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

Στα χώματα του Αθανασίου Διάκου

Το χωριό Αθανάσιος Διάκος (Άνω Μουσουνίτσα), στα  Βαρδούσια
















Αναδημοσίευση από το in.gr

Στην καρδιά της Ρούμελης, ανάμεσα στα Βαρδούσια, την Γκιώνα και τηνΟίτη, γεννήθηκε, ανδρώθηκε και έγινε ατρόμητο παλικάρι ένας από τους πλέον ένδοξους ήρωες της Επανάστασης του 1821, ο Αθανάσιος Διάκος.
Γεννημένος το 1788 ή το 1791 στην Άνω Μουσουνίτσα (σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, στην Αρτοτίνα, το γραφικό κεφαλοχώρι των Βαρδουσίων), ο Αθανάσιος Γραμματικός (έτσι ονομαζόταν στην πραγματικότητα), γιος του Νικολάου Γραμματικού και εγγονός του αρματολού Αθανασίου Γραμματικού, έλαβε σε ηλικία δώδεκα ετών το μοναχικό σχήμα στη μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, πλησίον της Αρτοτίνας, και χειροτονήθηκε διάκονος ύστερα από μία πενταετία. 
Η σύγκρουσή του με τους Τούρκους τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το ράσο και να καταφύγει στα βουνά. Υπηρέτησε στη σωματοφυλακή του Αλή πασά και αποτέλεσε πρωτοπαλίκαρο του οπλαρχηγού Σκαλτσά και αργότερα του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Το 1820 έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και οπλαρχηγός της Λιβαδειάς, την οποία απελευθέρωσε υψώνοντας στο κάστρο της τη σημαία της Επανάστασης. 
Στο ξύλινο γεφύρι της Αλαμάνας, κοντά στις Θερμοπύλες, ο Αθανάσιος Διάκος και οι λιγοστοί άνδρες του αντιμετώπισαν την 23η Απριλίου του 1821 τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ, επιχειρώντας να παρεμποδίσουν τη διάβαση του ποταμού Σπερχειού από τις κατά πολύ υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις.
Ύστερα από ηρωική και άνιση μάχη, ο Αθανάσιος Διάκος συνελήφθη τραυματίας και οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στη Λαμία, όπου γράφτηκε το τελευταίο, άκρως θλιβερό αλλά και άκρως τιμητικό, κεφάλαιο του σύντομου βίου του. Η άρνηση του έλληνα οπλαρχηγού να αλλαξοπιστήσει και να συνεργαστεί με τον εχθρό είχε ως αποτέλεσμα την παραδειγματική τιμωρία και το μαρτυρικό θάνατό του, διά ανασκολοπισμού και επί πασσάλου.
Στα χώματα του Αθανασίου Διάκου, του εθνικού ήρωα που με το βασανιστικό τέλος του συγκλόνισε αλλά και συνήγειρε τους συμπατριώτες του, συναντά κανείς σήμερα ορισμένα από τα πλέον γραφικά χωριά της Φωκίδας.
Σε καταπράσινη πλαγιά των Βαρδουσίων, σε υψόμετρο 1.100, απλώνεται το χωριό Αθανάσιος Διάκος (Άνω Μουσουνίτσα), πλαισιωμένο από ένα φυσικό περιβάλλον εξαιρετικής ομορφιάς.
Σε μικρή απόσταση βρίσκεται η Μουσουνίτσα, χτισμένη σε ελατόφυτη πλαγιά με ωραία θέα, σε υψόμετρο 900.
Πατρίδα του αρματολού Βλαχαρμάτα, το Μαυρολιθάρι, χτισμένο σε υψόμετρο 1.140, διαθέτει ωραία πλατανοσκέπαστη πλατεία και πηγές.
Στο ψηλότερο σημείο από όλα τα άλλα χωριά (υψόμετρο 1.260) βρίσκεται ηΚαστριώτισσα, που οφείλει την ονομασία της στο αρχαίο κάστρο της περιοχής.
Χωριό χτισμένο σε πλαγιά της Γκιώνας, σε υψόμετρο 1.080, ο Πανουργιάς(παλαιότερη ονομασία, Δρέμισσα) υπήρξε γενέτειρα, μεταξύ άλλων, του αγωνιστή της Επανάστασης Ιωάννη (Νάκου) Πανουργιά, ο οποίος μετά την απελευθέρωση τιμήθηκε από το ελληνικό κράτος με σημαντικά αξιώματα. 
Στα ριζά της Γκιώνας και στις όχθες ενός παραπόταμου του Μόρνου είναι χτισμένη η Στρόμη, ενώ σε πλαγιά της Οίτης, σε υψόμετρο 1.150, βρίσκεται η Πυρά (Γουρίτσα), που οφείλει την ονομασία της στη γειτονική θέση «Πυρά Ηρακλέους» (διατηρούνται λείψανα πρόστυλου δωρικού ναού του 3ου αιώνα π.Χ. και βωμός που χρησιμοποιήθηκε συνεχώς από τους Αρχαϊκούς Χρόνους έως τη Ρωμαιοκρατία).

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

ΠΡΟΠΟΝΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΖΗΝΩΝΑ 2014-2015

Δείτε ένα χιουμοριστικό video που έφτιαξε ο προπονητής του ΖΗΝΩΝΑ Νίκος Μενδρινός.

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

H ΜΟΔΙΣΤΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Αναδημοσίευση από το ΒΗmagazino της Κυριακής 01/02/2015

Της Λώρης Κέζα



Υπάρχει ένα τόπι ύφασμα. Υπάρχει και μια ταλαντούχα σχεδιάστρια που φτιάχνει πατρόν. Ζητεί από μια μοδίστρα να μετατρέψει το ύφασμα σε ρούχο. Τι έχουμε εδώ; Πλούτο. Δεν μιλάμε για το ατομικό εισόδημα της σχεδιάστριας ή τον μισθό της μοδίστρας. Μιλάμε για τη ραχοκοκαλιά της εθνικής οικονομίας, για τα πρόσωπα που θα φέρουν την ανατροπή τον καιρό της ύφεσης.

Ας μη γελιόμαστε. Καλή και άγια η κυβέρνηση, υπομονετικοί οι δανειστές, εν τούτοις η ιστορία της Ελλάδας δεν θα πάει μακριά όσο στηρίζεται σε επιδοτήσεις που πρωτίστως αποπληρώνουν προηγούμενα δάνεια και δευτερευόντως συντηρούν τη λειτουργία του κράτους. Προέχει να επιτραπεί στα δημιουργικά άτομα να δημιουργήσουν. Να επιτραπεί διά νόμων και διευκολύνσεων. Αυτό που ισχύει είναι ότι την τελευταία πενταετία πολλαπλασιάστηκαν οι δυσκολίες για όσους θέλησαν να πιάσουν αυτό το σχηματικό τόπι υφάσματος και να το μετατρέψουν σε προϊόν.

Nα δούμε πώς δυσκόλεψαν οι συνθήκες τα τελευταία χρόνια για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Κατ' αρχάς, δεν μπορούσαν να προγραμματίσουν τα οικονομικά τους σε βάθος χρόνου, καθώς η φορολόγηση άλλαζε δεδομένα κάθε λίγο και λιγάκι. Κατά δεύτερον, έγινε ακόμη πιο δύσκολη η συναλλαγή με το κράτος: οι δημόσιοι υπάλληλοι αραίωσαν, κάποιοι από αυτούς κατέβασαν τα μολύβια εν όψει απομακρύνσεων, δεν ήξερε ο πολίτης σε ποια υπηρεσία να αναφερθεί, δεν ήξερε τι ισχύει, τι θα προκύψει. Η πολυνομία, οι δυνάμεις της αδράνειας, οι επαναπροσδιοριζόμενες υποχρεώσεις και ο γενικός πεσιμισμός ποδοπάτησαν μια ηλικιακή γενιά, μια κοινωνική τάξη, μια επαγγελματική κατηγορία.

Σε τι ήλπιζαν άραγε οι προηγούμενες κυβερνήσεις όταν σνόμπαραν τους μικρομεσαίους; Η απάντηση προκαλεί θυμηδία. Περίμεναν τον εμίρη. Μιλούσαν για τεράστιες επενδύσεις, για πετροδόλαρα, για γιγάντιες ξενοδοχειακές μονάδες, για εκατοντάδες στρέμματα παραχωρημένα σε φαραωνικά έργα. Για να προσελκύσουν τον εμίρη συμπίεσαν τους μισθούς και δημιούργησαν νεόπτωχους, πρόθυμους να δουλέψουν για το τίποτα. Ταυτόχρονα επετράπη σε ξένες επιχειρήσεις να συμψηφίζουν τα κέρδη και τα ελλείμματα με τις μητρικές εταιρείες ώστε να μη μένει τίποτα στη χώρα. Σε περιπτώσεις παραβάσεων τα κολοσσιαία πρόστιμα διεγράφησαν. Ετσι οι ξένοι μεγάλοι επενδυτές μέχρι στιγμής βρήκαν πρόσφορο έδαφος για εκμετάλλευση αποικιοκρατικού τύπου.

Αν η κυβέρνηση θέλει μέλλον μακρύτερο του εξαμήνου, θα πρέπει να  δημιουργήσει τις συνθήκες για την περιλάλητη ανάπτυξη. Η σχεδιάστρια με τη μοδίστρα και το τόπι τους πάντα έραβαν και πάντα θα ράβουν. Απλώς η δημιουργικότητά τους βασίστηκε και διόγκωσε στρεβλώσεις της οικονομίας. Η δυσκολία συντήρησης μιας αληθινής εταιρείας τις οδήγησε στην παραοικονομία. Τα ρούχα τα πωλούν σε μπαζάρ χωρίς απόδειξη. Δεν πληρώνουν τα ασφαλιστικά ταμεία τους. Δεν φορολογούνται. Σε μικρή κλίμακα θα λυπηθούμε για τη σύνταξη που δεν θα πάρουν ποτέ. Σε μεγάλη κλίμακα θα αναρωτηθούμε εάν χάθηκαν προοπτικές για περισσότερες θέσεις εργασίας, για περισσότερες πωλήσεις και - γιατί όχι; - για εξαγωγές. Και από το τόπι υφάσματος φτάνουμε στο ισοζύγιο εισαγωγών - εξαγωγών, και από τη ραπτομηχανή φτάνουμε στο μειούμενο ποσοστό ανεργίας.

Τόσο οι μικρομεσαίες όσο και οι μεγάλες, τόσο οι ημεδαπές όσο και οι ξένες επιχειρήσεις έχουν τις ίδιες βασικές ανάγκες. Πρώτη από όλες η σταθερότητα. Δεν είναι ανάγκη να πέσει στο μηδέν η φορολόγηση, αρκεί να μην υπάρχουν εκπλήξεις. Δεν είναι ανάγκη να επανέλθουν ακρότητες στα επαγγελματικά δικαιώματα, αρκεί να συνδυαστεί η λογική με την ευαισθησία σε μακροπρόθεσμο πλάνο. Δεν είναι ανάγκη να πεταχτούν κονδύλια, αρκεί να υλοποιηθεί άμεσα τo νέο Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς.

Τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στους δανειστές, τις τριπλέτες που δεν ονομάζονται τρόικα, στους ξένους υπουργούς Οικονομικών. Αυτοί θα σώσουν την Ελλάδα βραχυπρόθεσμα. Η σχεδιάστρια με τη μοδίστρα και το τόπι κρατούν στα χέρια τους τον μελλοντικό πλούτο και τη λύση σε όλα τα προβλήματα που διογκώθηκαν τα χρόνια της κρίσης.