Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΦΕΡΗΣ(ΓΙΩΡΓΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΦΕΡΗΣ(ΓΙΩΡΓΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

ΕΠΙΦΑΝΙΑ













                            ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937


Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγ-
     γαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αγριοσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλ-
     λιά σου
χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ο Αλδε-
     βαράν.                                                                      5

 Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή              10
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα                 15
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· o χιονι-
     σμένος
κάμπος, ώς πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι
     δρόμοι.                                                                      20
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
     σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
     χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».          25
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
     νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
     στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
     πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.                   30
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού
     σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
     ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.                    35

Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο
     γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν
     εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί                 40
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.
                                                                 Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

Γιώργος Σεφέρης, 
«Ποιήματα», Ίκαρος, 16η έκδοση (ανατύπωση), Αθήνα 1989, σελ. 140-142.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ














Στις 20 Σεπτεμβρίου 1971 φεύγει από τη ζωή ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης. Χιλιάδες λαού συγκεντρώνονται δυο μέρες αργότερα για να συνοδεύσουν τον μεγάλο λογοτέχνη στην τελευταία του κατοικία, συγκέντρωση η οποία τελικά εξελίσσεται σε αντιδικτατορική διαδήλωση, με νέους, φοιτητές και μαθητές επικεφαλής. «Ο Γ. Σεφερης έθεσε τη βάση για την ελεύθερη ποίηση», θα πει γι' αυτόν ο Οδυσσέας Ελύτης.
 
 
O Γιώργος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, στις 29 Φεβρουαρίου 1900. Μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια με έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα. O πατέρας του, Στυλιανός, ήταν νομικός και μετέπειτα καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Aθηνών, ενώ παράλληλα έγραφε ποιήματα, μετέφραζε αρχαίους τραγικούς και είχε εκδώσει μεταφράσεις έργων του Λόρδου Bύρωνα. Η δε μητέρα του, Δέσπω, διακρινόταν για την ιδιαίτερη ευαισθησία και την καλλιέργειά της.
 
Έγραφε ήδη στίχους στα 14 του χρόνια. Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάζει την οικογένειά του να μετακομίσει στην Αθήνα. Το 1918 μεταβαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει Νομική, κάτι που αποτελούσε όνειρο του πατέρα του που στο μεταξύ είχε μετακομίσει κι αυτός στο Παρίσι αναζητώντας καλύτερη μοίρα. «Eίχα μπει τον Iούλιο σ’ ένα Παρίσι ολότελα άδειο, που γέμισε ασφυκτικά τον Nοέμβρη με τα πανηγύρια της ανακωχής. Tο δωμάτιό μου ήταν ο πιο παγερός τόπος που γνώρισα ποτέ μου. Ένας πλανόδιος βιολιτζής ερχότανε κάθε απόγεμα μ’ έναν απελπιστικά περιπαθή σκοπό. Tις νύχτες μια γριά κλαψούριζε πουλώντας μενεξέδες. Διάβαζα Όμηρο και τα πιο παλαβά πρωτοποριακά περιοδικά. Ήμουν αξιοθαύμαστα χαμένος και ονειροπαρμένος» θα σημειώσει αργότερα ο ποιητής για τα φοιτητικά του χρόνια. Σύντομα, στρέφεται όλο και περισσότερο προς την λογοτεχνία: «Έχω μια μεγάλη διάθεση να γράψω κάθε ώρα· καθετί μου φέρνει ένα θέμα, μια τραγικότητα για να εκφράσω. Δυστυχώς, μόνο τις ιδέες μου βάζω απάνω στο χαρτί και τις κοιμίζω τον ύπνο τον αξύπνητο ίσως. Tο συρτάρι μου κατάντησε νεκροταφείο. Kάθε μέρα θάβω και μερικά κορμάκια μωρών που ξεψύχησαν».
 
Το 1923 γνωρίζει μια Γαλλίδα πιανίστα, τη Ζακλίν, μία από τις γυναίκες της ζωής του. Η Ζακλίν θα απασχολήσει το νου του ποιητή για περισσότερο από μία δεκαετία και το μεγαλύτερο μέρος της ερωτικής ποίησης του Σεφέρη απευθύνεται σε αυτήν. «Eίναι μερικά αισθήματα στη ζωή που ποτέ δεν ξεθωριάζουν...» είπε ο ίδιος για τη Ζακλίν. Το 1925 επιστρέφει στην Αθήνα, διορίζεται στο διπλωματικό σώμα και σύντομα χάνει τη μητέρα του. Ο ποιητής βυθίζεται στη μελαγχολία και τη μοναξιά: «Aνάγκη να μιλήσω. Kανείς. Ίσως εγώ να φταίω. Mα τι γίνεται εδώ μέσα; Σήμερα το απόγευμα είχα την εντύπωση πως η σκέψη μου είχε αδειάσει και στη θέση της βρισκότανε δυο άγνωστοι που συζητούσαν και αποφάσιζαν για την τύχη μου. Aδύνατο να γράψω. Ώσπου να γυρίσω το φύλλο, έχω αλλάξει, έγινα άλλος». Σύντομα όμως, γράφει μερικά από τα σπουδαιότερα έργα του. Tον Iούλιο του 1928 δημοσιεύεται η μετάφραση του έργου του Bαλερί «Mια βραδυά με τον Kο Tεστ» με την υπογραφή Γ. Σεφεριάδης. Τον Mάιο του 1931 εκδίδεται η συλλογή «Στροφή» με δεκατρία ποιήματα – μεταξύ των οποίων και το εμπνευσμένο από την Zακλίν «Eρωτικός λόγος».
 
Την ίδια χρονιά διορίζεται στο ελληνικό Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, ως υποπρόξενος. Μέσα στην αγγλική ομίχλη, με τη «στυφή γεύση του θανάτου», ο Σεφέρης οραματίζεται μια Ελλάδα ολοκάθαρη και απογυμνωμένη, ένα όραμα που θα διαποτίσει τα τοπία του «Μυθιστορήματος» του 1935. Ακολουθούν τα «Γυμνοπαιδία» το 1936, το 1937 δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή σχετικά με τον καθορισμό της δημοτικής, το «Tετράδιο γυμνασμάτων» το 1940, τα «Hμερολόγια Kαταστρώματος A΄» το 1940 λογοκριμένα όμως από τη Δικτατορία Μεταξά, τα «Hμερολόγια Kαταστρώματος B΄» το 1944 και «Kίχλη» όπου μιλάει για το σπαραγμό στη χώρα, το 1947. Την ίδια χρονιά βραβεύεται με το «Έπαθλο Παλαμά». Λίγες ημέρες μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, ο Σεφέρης θα παντρευτεί τη Μαρώ και θα φύγουν μαζί με την ελληνική κυβέρνηση για την Αίγυπτο. Χαριτολογώντας, ο ποιητής έλεγε ότι κουμπάρος τους στάθηκε ο Χίτλερ. Σε όλη του τη διπλωματική καριέρα θα ταξιδεύει και θα αλλάζει συνεχώς τόπο διαμονής: Λονδίνο, Kορυτσά, Aλεξάνδρεια, Nότια Aφρική, Άγκυρα, Λίβανος και πάλι Λονδίνο (1957-1962), για να ολοκληρώσει τη σταδιοδρομία του ως πρέσβης, κατά τα χρόνια της δημιουργίας του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους. Μέχρι το 1963 η φήμη του Γιώργου Σεφέρη έχει απλωθεί σε όλη την υφήλιο.
 
Στις 10 Δεκεμβρίου του 1963 του απονέμεται από τη Σουηδική Aκαδημία το Bραβείο Nόμπελ Λογοτεχνίας και γίνεται ο πρώτος Έλληνας που λαμβάνει αυτή την τιμητική διάκριση. Το περιοδικό Figaro Litteraire γράφει ήδη για το ταλέντο του Σεφέρη από το 1956 και τον χαρακτηρίζει άξιο για βραβείο Νόμπελ. Κατά την παραλαβή του Νόμπελ, ο Σεφέρης λέει: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται… Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά. Κανόνας της είναι η δικαιοσύνη… Πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν αν η πνοή λιγόστευε; Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται». Το 1964 γίνεται επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ και το Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
 
Το 1966 εκδίδει το «Τρία Κρυφά Ποιήματα», ένα έργο γεμάτο βαθιά νοήματα και άψογο στη μορφή. Είχε επίσης τιμηθεί με το βραβείο «Κωστή Παλαμά», με το αγγλικό βραβείο ποίησης «Φόυλ» και κατείχε την θέση του επίτιμου διδάκτορα στο πανεπιστήμιο Cambridge. Το 1969 κυκλοφορεί στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό η "διακήρυξή" του εναντίον της δικτατορίας Αντιμετωπίζει ήδη κάποια προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούν. Το 1967 επιβάλλεται η δικτατορία των συνταγματαρχών στη χώρα. Το 1969 δημοσιεύτηκε η δήλωσή του κατά της χούντας και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου.
 
Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1971, έκλεισε τα μάτια του για πάντα, μετά από εγχείρηση στο δωδεκαδάκτυλο. H κηδεία του σπουδαίου ποιητή έμελλε να σταθεί έκφραση ελευθεροφροσύνης του λαού, που είχε συγκεντρωθεί κατά χιλιάδες για να τον συνοδεύσει στην τελευταία του κατοικία. Ο Οδυσσέας Ελύτης είπε για το Γ. Σεφέρη: «Κανείς άλλος δεν στάθηκε τόσο ικανός ν’ ανιχνεύσει, να βρει και να κινήσει τα νήματα της ζωντανής ελληνικής παράδοσης όσο αυτός… Καλλιέργησε το αίσθημα της ευθύνης και κράτησε ψηλά τη σημαία της ελεύθερης συνείδησης, που τόσο την έχουν ανάγκη, σήμερα προπάντων, οι νέοι», ενώ ο Γ. Ρίτσος με τη σειρά του είπε: «Αυτή την ώρα, τα λόγια μου φαίνονται μικρά για το ανάστημα του ποιητή, μικρά για τη λύπη και την περηφάνια που μας γεμίζει το έργο του και το ήθος του. Εδώ και πολλά χρόνια, σε κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, ο ποιητής έσμιξε ποίηση και ελευθερία, αισθητική και ηθική, σε μια γνήσια και φυσική ενότητα, αφήνοντας μιάν υψηλή, παραδειγματική κληρονομιά σ’ ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Ακόμα μια φορά «σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα».

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

ΣΕΦΕΡΗΣ - ΕΛΥΤΗΣ : ΔΥΟ ΝΟΜΠΕΛ, ΔΥΟ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΔΥΟ ΕΠΟΧΕΣ

Από την εκπομπή της ΕΡΤ: ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ


Από την εκπομπή ΡΙΜΕΙΚ

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ, Μ.Α.














ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ, Μ.Α.
Στήνουμε θέατρα καὶ τὰ χαλνοῦμε
ὅπου σταθοῦμε κι ὅπου βρεθοῦμε
στήνουμε θέατρα καὶ σκηνικά,
ὅμως ἡ μοίρα μας πάντα νικᾶ

Καὶ τὰ σαρώνει καὶ μᾶς σαρώνει
καὶ τοὺς θεατρίνους καὶ τὸ θεατρώνη
ὑποβολέα καὶ μουσικοὺς
στοὺς πέντε ἀνέμους τοὺς βιαστικούς.

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,
ρίμες αἰσθήματα, πέπλα στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι καὶ κραυγὲς
κι ἐπιφωνήματα καὶ χαραυγὲς

ριγμένα ἀνάκατα μαζὶ μ᾿ ἐμᾶς
(πές μου ποῦ πᾶμε; πές μου ποῦ πᾶς;)
Πάνω ἀπ᾿ τὸ δέρμα μας γυμνὰ τὰ νεῦρα
σὰν τὶς λουρίδες ὀνάγρου ἢ ζέβρα

γυμνὰ κι ἀνάερα, στεγνὰ στὴν κάψα
(πότε μᾶς γέννησαν; πότε μᾶς θάψαν!)
Καὶ τεντωμένα σὰν τὶς χορδὲς
μιᾶς λύρας ποὺ ὁλοένα βουίζει. Δὲς

καὶ τὴν καρδιά μας'  ἕνα σφουγγάρι,
στὸ δρόμο σέρνεται καὶ στὸ παζάρι
πίνοντας τὸ αἷμα καὶ τὴ χολὴ
καὶ τοῦ τετράρχη καὶ τοῦ ληστῆ.

Μέση Ανατολή, Αύγουστος '43

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ














ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ...
Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού.
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες,χορδές μιας άρπας που αντηχούν
ακόμη...

Γαλήνη.
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ,χαμένη στου μυαλού
τ'αυλάκια
τ΄όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
"τον έδεσαν χειροπόδαρα" μας λέει
"τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι".

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

                                              31 του Μάρτη 1971


Είναι το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη και δημοσιεύτηκε στο Βήμα (23.9.71) τρεις μέρες μετά το θάνατό του στην περίοδο της δικτατορίας. Το ποίημα βασίζεται σε μια περικοπή του Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ.ε.) που αναφέρεται στη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων και ιδιαίτερα του Αρδιαίου. Ο Αρδιαίος, τύραννος σε μια πόλη, είχε σκοτώσει τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο του αδερφό του. Γι' αυτό και η τιμωρία του, καθώς και των άλλων τυράννων, στον άλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Όταν εξέτισαν την καθιερωμένη ποινή που επιβαλλόταν στους αδίκους και ετοιμαζόταν να βγουν στο φως, το στόμιο δεν τους δεχόταν αλλά έβγαζε ένα μουγκρητό. "Την ίδια ώρα άντρες άγριοι και όλο φωτιά που βρισκόταν εκεί και ήξεραν τι σημαίνει αυτό το μουγκρητό, τον Αρδιαίο και μερικούς άλλους αφού τους έδεσαν τα χέρια και τα πόδια και το κεφάλι, αφού τους έριξαν κάτω και τους έγδαραν, άρχισαν να τους σέρνουν έξω από το δρόμο και να τους ξεσκίζουν επάνω στ' ασπαλάθια και σε όλους όσοι περνούσαν από εκεί εξηγούσαν τις αιτίες που τα παθαίνουν αυτά και έλεγαν πως τους πηγαίνουν να τους ρίξουν στα Τάρταρα". (Πλ. Πολιτεία 616).


H προφητική δήλωση του Σεφέρη για την δικτατορία που είναι και στις μέρες μας επίκαιρη


Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίποδας συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. 
Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. 
Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.




Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

ΤΑ ΜΟΝΟΚΟΤΥΛΗΔΟΝΑ

Δημοτικό τραγούδι

Τα μονοκοτυλήδονα
και τα δικοτυλήδονα
ανθίζανε στον κάμπο.

Σου το 'χαν πει στον κλήδονα
και σμίξαμε φιλήδονα
τα χείλια μας, Μαλάμω!

Γιώργος Σεφέρης











Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

ΚΑΘΩΣ ΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΛΗΘΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΚΡΙΤΕΣ ΠΟΥ ΣΕ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΝ




«ΚΙΧΛΗ»

Δαίμονος επιπόνου και τύχης χαλεπής εφήμερον σπέρμα,
τί με βιάζεσθε λέγειν, ά υμιν άρειον μη γνωναι.
(Ο ΣΕΙΛΗΝΟΣ ΣΤΟΝ ΜΙΔΑ)


Α'
Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

Τα σπίτια που ειχα μου τα πηραν. Έτυχε
νά ναι τα χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοί ξενιτεμοί
κάποτε  ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει- το κυνήγι
ηταν καλό στά χρόνια μου, πηραν πολλους τα σκάγια-
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στά καταφύγια.
Μη μου μιλας για το αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της-
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως εχουν τη φυλή τους, τίποτε αλλο.
Καινούργια στην αρχή, σάν τα μωρά
που παίζουν στά περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντουν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στή μέρα-
Όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελουν ή ακόμη πεισματώνουν
μ' εκείνους που εμειναν μ' εκείνους που εφυγαν
μ' αλλους που θα γυρίζανε αν μπορουσαν
ή που χάθηκαν, τώρα που εγινε
ο κόσμος ενα απέραντο ξενοδοχειο.

Δεν ξέρω πολλα πράγματα από σπίτια,
θυμαμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμια φορά, σα σταματήσω-
ακόμη
καμια φορά, κοντα στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνες
μ' ενα κρεβάτι σιδερένιο χωρις τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται νά 'ρθει, πως τον στολίζουν
μ' ασπρα και μαυρα ρουχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλουυν σιγα σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλια και σκοτεινες δαντέλες,
πως ετοιμάζεται νά 'ρθει να μ' αποχαιρετήσει-
ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακουσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παράθυροφυλλα,
μ' αρώματα χρυσων καρπων και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλια χωρις να βλέπει
Εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω από τη σκάλα.

Ξέρεις τά σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σάν τά γυμνώσεις.


Β'
Ο Ηδονικός Ελπήνωρ

Τον ειδα χτες να σταματα στην πόρτα
κoιτω απο το παράθυρό μου θά ''ταν
εφτά περίπου μια γυναίκα ήταν μαζί του.
Ειχε τό φέρσιμο του Ελπήνορα, λίγο πριν πέσει
να τσακιστει, κι ομως δεν ηταν μεθυσμένος.
Μιλουσε πολυ γρήγορα, κι εκείνη
κοίταζε αφηρημένη προς τους φωνογράφους-
τον εκοβε καμια φορα να πει μία φράση
κι επειτα κοίταζε με ανυπομονησία
εκει που τηγανίζουν ψάρια- σαν τη γάτα.
Αυτός ψιθύριζε μ' ενα αποτσίγαρο σβηστό στά χείλια:
- Ακουσε ακόμη τουτο. Στο φεγγάρι
τα αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι
Ανάμεσα σε ζωντανους καρπους — τα αγάλματα-
κι η φλόγα γίνεται δροσερή πικροδάφνη,
η φλόγα που καίει τον ανθρωπο, θέλω να πω.
- Ειναι το φως... Ισκιοι της νύχτας...
- Ισως η νύχτα που ανοιξε, γαλάζιο ρόδι,
σκοτεινος κόρφος, και σε γέμισε αστρα
κόβοντας τον καιρό.
Κι ομως τα αγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τον πόθο
στα δυό, σαν το ροδάκινο κι η φλόγα
γίνεται φίλη με στα μέλη κι αναφιλητό
κι επειτα φύλλο δροσερο που παίρνει ο ανεμος-
λυγίζουν γίνουνται αλαφρια μ'ένα ανθρώπινο βάρος.
Δεν το ξεχνας.
- Τ' αγάλματα ειναι στο μουσειο.
-Οχι, σε κυνηγουν, πως δεν το βλέπεις;
θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους,
με την αλλοτινη μορφή τους που δε γνώρισες
κι ομως την ξέρεις.
Οπως οταν
στα τελευταια της νιότης σου αγαπήσεις
γυναίκα που εμεινε ομορφη, κι ολο φοβασαι,
καθως την κράτησες γυμνη το μεσημέρι,
τη μνήμη που ξυπνα στην αγκαλιά σου-
φοβασαι το φιλι μη σε προδώσει
σε αλλα κρεβάτια περασμένα τώρα
που ωστόσο θα μπορουσαν να στοιχειώσουν
τόσο ευκολα τόσο ευκολα και ν' αναστήσουν
ειδωλα στον καθρέφτη, σώματα που ηταν μία φορα-
την ηδονή τους.
Οπως οταν
γυρίζεις απο τα ξένα και τύχει ν' ανοίξεις
παλια κασέλα κλειδωμένη απο καιρο
και βρεις κουρέλια απο τα ρουχα που φορουσες
σε ομορφες ωρες, σε γιορτες με φωτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, που ολο χαμηλώνουν
και μένει μόνο το αρωμα της απουσίας
μιας νέας μορφης.
Αλήθεια, τα συντρίμμια
δεν ειναι εκεινα- Εσυ 'σαι το ρημάδι-
σε κυνηγουν με μία παράξενη παρθενια
στο σπίτι στο γραφειο στις δεξιώσεις
των μεγιστάνων, στον ανομολόγητο φόβο του υπνου-
μιλουν για περιστατικα που θα 'θελες να μην υπάρχουν
ή να γινόντουσαν χρόνια μετα το θάνατό σου,
κι αυτο ειναι δύσκολο γιατί...
-Τ' αγάλματα ειναι στο μουσειο.
Καληνύχτα.
-... γιατι τ' αγάλματα δεν ειναι πια συντρίμμια,
ειμαστε εμεις. Τ' αγάλματα λυγίζουν αλαφρια ... καληνύχτα.
Εδω χωρίστηκαν. Αυτος επηρε
την ανηφόρα που τραβάει κατα την αρκτο
κι αυτη προχώρεσε προς το πολύφωτο ακρογιάλι
Οπου το κύμα πνίγεται στη βοη του ραδιοφώνου:

Το ραδιόφωνο
«Πανια στο φύσημα του αγέρα
Ο νους δεν κράτησε αλλο απο τη μέρα.
Αρωμα πεύκου και σιγη
ευκολα θ' απαλύνουν την πληγη
που έκαμαν φεύγοντας ο ναύτης
η σουσουράδα ο κοκωβιος κι ο μυγοχάφτης.
Γυναίκα που εμεινες χωρις αφή,
ακουσε των ανέμων την ταφή.

«Αδειασε το χρυσο βαρέλι
Ο γήλιος εγινε κουρέλι
σε μιας μεσόκοπης λαιμο
που βήχει και δεν εχει τελειωμό-
το καλοκαίρι που ταξίδεψε τη θλίβει
με τα μαλάματα στους ωμους και στην ηβη.
Γυναίκα που εχασε το φως,
ακουσε, τραγουδα ο τυφλός.»

«Σκοτείνιασε- κλεισε τα τζάμια-
κάνε σουραύλια με τα χτεσινα καλάμια,
και μην ανοίγεις οσο κι αν χτυπουν-
φωνάζουν μα δεν εχουν τί να πουν.
Πάρε κυκλάμινα, πευκοβελόνες,
κρίνα απο την αμμο, κι απο τη θάλασσα ανεμωνες
γυναίκα που εχασες το νου,
ακου, περνα το ξόδι του νερου...»

«Αθηναι. Ανελίσσονται ραγδαίως
τα γεγονότα που ακουσε με δέος
η κοινη γνώμη. Ο κύριος υπουργος
εδήλωσεν, Δεν μένει πλέον καιρός...»
«... πάρε κυκλάμινα... πευκο βελόνες...
κρίνα απο την αμμο... πευκο βελόνες...
γυναίκα. .»
«... υπερτερει συντριπτικως.
ο πόλεμος...»
ΨΥΧΑΜΟΙΒΟΣ


Γ'
Το ναυάγιο της «Κίχλης»

«Το ξύλο αυτο που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ωρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Πάρ' το, σου το χαρίζω-
δές, ειναι ξύλο λεμονιας...»

Ακουσα τη φωνη
καθως εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ενα καράβι που το βούλιαξαν εδω και χρόνια-
το 'λεγαν «Κίχλη» ενα μικρο ναυάγιο- τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξα στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρου
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.

Κι αλλες φωνες σιγα-σιγα με τη σειρά τους
ακολούθησαν- ψίθυροι φτενοι και διψασμένοι
που βγαίναν απ' του ηλιου το αλλο μέρος, το σκοτεινό-
θα 'λεγες γύρευαν να πιουν αιμα μία στάλα-
ητανε γνώριμες μα δεν μπορουσα  να τις ξεχωρίσω.

Κι ηρθε η φωνη του γέρου, αυτη την ενιωσα
πέφτοντας στην καρδια της μέρας
ησυχη, σαν ακίνητη:

«Κι ά με δικάσετε να πιω το φαρμάκι, ευχαριστω-
το δίκιο σας θα 'ναι το δίκιο μου που να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, Ενα στρογγυλο λιθάρι.

Το θάνατο τον προτιμω-
ποιος πάει για το καλύτερο ο θεος το ξέρει».

Χωρες του ηλιου και δεν μπορειτε ν' αντικρίσετε τον ηλιο.
Χωρες του ανθρώπου και δεν μπορειτε ν' αντικρίσετε τον
ανθρωπο.

Το φως
Καθως περνουν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτες που σε καταδικάζουν-
καθως περνουν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες
φωνές,
βλέπεις τον ηλιο με αλλα μάτια-
ξέρεις πως εκεινοι που εμειναν, σε γελουσαν,
το παραμίλημα της σάρκας, ο ομορφος χορος
που τελειώνει στη γύμνια.
Οπως, τη νύχτα στρίβοντας στην ερμη δημοσιά,
αξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενος ζώου
που 'φυγαν κιόλας, ετσι νιώθεις τα μάτια σου
τον ηλιο τον κοιτας, επειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι-
ο δωρικος χιτώνας
που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά,
ειναι ενα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του ειναι στο
σκοτάδι.
Κι αυτους που αφησαν την παλαίστρα για να πάρουν
δοξάρια
και χτύπησαν το θεληματικο μαραθωνοδρόμο
κι εκεινος ειδε τη σφενδόνη ν' αρμενίζει στο αιμα
ν' αδειάζει ο κόσμος οπως το φεγγάρι
και να μαραίνουνται τα νικηφόρα περιβόλια-
τους βλέπεις μες στον ηλιο, πίσω απο τον ηλιο.
Και τα παιδια που κάναν μακροβούτια απο τα μπαστούνια
πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,
σώματα γυμνα βουλιάζοντας μέσα στο μαυρο φως
μ' ενα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη,
καθως ο ηλιος ράβει με βελονιες μαλαματένιες
πανια και ξύλα υγρα και χρώματα πελαγίσια-
ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξα
προς τα χαλίκια του βυθου
οι ασπρες λήκυθοι.

Αγγελικο και μαυρο, φως,
γέλιο των κυμάτων στις δημοσιες του πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σε βλέπει ο γέροντας ικέτης
πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στ αιμα του
που γέννησε τον Ετεοκλη και τον Πολυνείκη.
Αγγελικη και μαύρη, μέρα-
η γλυφη γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο
βγαίνει απο το κύμα δροσερο κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρη Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δε σου μιλω για περασμένα, μιλω για την αγάπη
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ηλιου,
σκοτεινη κοπέλα-
Η καρδια του Σκορπιου βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απο τον ανθρωπο εχει φύγει,
κι ολες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραιες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης
οποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει,
στο φως-
και εισαι
σ' ενα μεγάλο σπίτι με πολλα παράθυρα ανοιχτα
τρέχοντας απο κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας απο που
να κοιτάξεις πρωτα,
γιατι θα φύγουν τα πευκα και τα καθρεφτισμένα βουνα
και το τιτιβισμα των πουλιων
θ' αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, απο βορια
και νότο
θ' αδειάσουν τα μάτια σου απο το φως της μέρας
πως σταματουν ξαφνικα κι ολα μαζι τα τζιτζίκια.

Πόρος, «Γαλήνη», 31 του Οχτώβρη 1946



Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

ΕΓΚΩΜΗ

ΕΓΚΩΜΗ
Απαγγέλει ο Γιώργος Σεφέρης

Ήταν πλατύς ο κάμπος και στρωτός· από μακριά φαι-
νόνταν
το γύρισμα χεριών που σκάβαν.
Στον ουρανό τα σύννεφα πολλές καμπύλες, κάπου-κάπου
μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη· το δείλι.
Στο λιγοστό χορτάρι και στ' αγκάθια τριγυρίζαν                      5
ψιλές αποβροχάρισσες ανάσες· θά 'χε βρέξει
πέρα στις άκρες τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.

Kι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,
γυναίκες κι άντρες με τ' αξίνια σε χαντάκια.
Ήταν μια πολιτεία παλιά· τειχιά δρόμοι και σπίτια                 10
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ' το μάτι
του αρχαιολόγου του ναρκοδότη ή του χειρούργου.
Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα
και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά               15
αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.

Kι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν
τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν
μ' ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα
σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της μοίρας.           20

Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά, κι είταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τον αιθέρα τ' ουρανού, κι είτανε θαμπωμένος
κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν, κι είχαν μείνει
κι' ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν' ανηφορίζει.           25
Tα μαλλιά μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα φρύδια
είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια
καμαρωτά πάνω απ' τα χείλια, και το σώμα
έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
με τ' άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,                                        30
χορός ακίνητος.

Kι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω:
κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν αγγίζαν
γυναίκες γνέθανε, τ' αδράχτια δε γυρίζαν
αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν                    35
πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα
κι ο ζευγάς έμενε μ' ανάερη τη βουκέντρα.
Kαι ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν' ανεβαίνει·
είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,
και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν.               40
Tώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι
και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα
που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και βρέφος.
Tα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια
και χάθηκαν· μια ανάληψη.
O κόσμος                                                                                45
ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας
με τον καιρό και με το χώμα.
Aρώματα από σκίνο
πήραν να ξεκινήσουν στις παλιές πλαγιές της μνήμης
κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά·
κι' όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου      50
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ' αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν.

Γ. Σεφέρης

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

ΑΗΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΑΣΠΡΑ ΚΑΡΑΒΙΑ

Αναδημοσίευση δύο ανοιξιάτικων ιδεών του εξαιρετικού ποιητικού ιστολογίου: alonakitispoiisis.blogspot.com

ΕΛΕΝΗ

Απαγγέλει ο ίδιος ο ποιητής ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

ΕΛΕΝΗ
"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών.
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.
σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.
Πού είναι η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
"Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια" φώναζε.
"Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία".

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.
ζωντανό δέρμα, και τα
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα
ατόφιο.
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνe
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.


ΑΣΠΡΑ ΚΑΡΑΒΙΑ

Τραγουδούν ο Μιχάλης Βιολάρης και η Καίτη Χωματά

ΑΣΠΡΑ ΚΑΡΑΒΙΑ
Άσπρα καράβια τα όνειρά μας
για κάποιο ρόδινο γιαλό,
άσπρα καράβια τα όνειρά μας.
Θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο
μυριστικό κι ευωδιαστό,
θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο.

Κι από ψηλά θα μας φωτίζει
το φεγγαράκι το χλωμό
κι από ψηλά θα μας φωτίζει.
Και θ' αρμενίζουν, ω χαρά μας,
ίσα στο ρόδινο γιαλό,
άσπρα καράβια τα όνειρά μας.

Στίχοι: Σωτήρης Σκίππης.
Μουσική: Γιάννης Σπανός.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

Αφιέρωμα σε όλους τους άγνωστους ΗΡΩΕΣ του Ελληνικού Λαού που έδωσαν την ψυχή και την ζωή τους για την Ελευθερία, προσφέροντας την πρώτη Νίκη κατά των δυνάμεων του Άξονα τον Οκτώβρη του 1940 και συμμετέχοντας ακολούθως μαζικά στην Εθνική Αντίσταση κατά των κατακτητών.

Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρείς και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: ¨Έχουμε πόλεμο." Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα την είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι.
Γιώργος Σεφέρης - Μέρες Γ'


Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Ο Γιώργος Σεφέρης έφυγε από την ζωή σαν σήμερα στις 20 Σεπτεμβρίου 1971.
Άς τον θυμηθούμε με την παρακάτω απαγγελία του σε δικό του ποίημα.

Τους δύο πρώτους στίχους του ποιήματος έχουμε δανειστεί για την περιγραφή του τίτλου του παρόντος ιστολογίου.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

ΣΕΜΝΟΤΗΤΑ



Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.