Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ(ΒΑΣΙΛΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ(ΒΑΣΙΛΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΑΠΟ ΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΠΟΥ ΤΟ ΕΛΕΓΑΝ ΒΑΣΙΛΗ

Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε σαν σήμερα (18 Ιανουαρίου) το 1915 και απεβίωσε επίσης σαν σήμερα το 1984.






Το κείμενο που ακολουθεί είναι του Νικήτα Κακκαβά*:

«Ο Τσιτσάνης είναι η μοναδική ζωντανή απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό»
Γιάννης Τσαρούχης

«Θέλω να λογαριάζομαι σαν ένας ταπεινός μαθητής του Βασίλη Τσιτσάνη»
Mίκης Θεοδωράκης

Χαμένη στην ομιχλώδη άλω των παιδικών μου χρόνων βρίσκεται μια διήγηση του παππού μου, που έκτοτε στοιχειώνει την μνήμη μου.

Ήταν, λέει, Δεκέμβρης του ’49 γιορτινές μέρες- πλησίαζαν Χριστούγεννα - και στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο των Αθηνών έπεφτε ακόμα ένα βράδυ. Οι δώδεκα τραυματίες στρατιώτες στοιβαγμένοι στον ίδιο θάλαμο ένα χρόνο τώρα, ξεγελούσαν πότε τον πόνο με την ανία και πότε την ανία με τον πόνο τους.

Η νοσηλεύτρια της βάρδιας μοίρασε τα φάρμακα και έσβησε όλες τις γκαζόλαμπες, εκτός από αυτήν στην είσοδο του θαλάμου. Τότε στο λιγοστό φως φάνηκε στην πόρτα μια ψιλόλιγνη αντρική φιγούρα, που κρατούσε ένα μπουζούκι. Ξοπίσω του ακολουθούσαν ακόμη ένας άντρας με μια κιθάρα και μια στρουμπουλή γυναίκα, νέα καθώς φανέρωνε το άρωμα της , φορτωμένοι με στολισμένα κουτιά.
«Γεια σας παλικάρια!» ακούστηκε μια ένρινη φωνή. «Ήρθαμε να σας φέρουμε κανά γλυκό και να σας τραγουδήσουμε, μέρες που ‘ναι». Ο άντρας αυτός ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης, παρέα με τον αχώριστο φίλο Γιώργο Δέδε και τη μάγισσα Μαρίκα Νίνου. Στο θάλαμο επικράτησε ιερή σιωπή, «τα σα εκ των σων»! Ένα ρε μινόρε αντήχησε και ξεκίνησε η φωνή του Τσιτσάνη :
Κάποια μάνα αναστενάζει.
Μέρα νύχτα ανησυχεί.
Το παιδί της περιμένει,
που έχει χρόνια να το δει.

Το ένα τραγούδι έφερνε το άλλο. «Ο τραυματίας», «Αχάριστη», «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι», «Πάλιωσε το σακάκι μου»… Για λίγες στιγμές τα δώδεκα αυτά παιδία – άλλα τυφλωμένα, άλλα με κομμένα πόδια, άλλα μισότρελα - έγιναν ξανά οι δώδεκα ακέραιοι νέοι που ήταν πριν ξεσπάσει ο αδελφοκτόνος πόλεμος.

Ο θάλαμος γέμισε σκιές και μεμιάς μεταμορφώθηκε: πράσινα λιβάδια, η μητέρα στο κατώφλι, μελίσσια στο πευκόδασος, το γλέντι στην ταβέρνα, ο επιλοχίας με τα αστεία του, βασιλόπιτες στο φούρνο του μπάρμπα Τάσου, η γαλαζοπράσινη λίμνη, η Μαριάνθη, η Ιωάννα, η Στέλλα, η Ουρανία... Σκιές, που δύσκολα ξεχώριζαν τα δώδεκα παιδία, καθώς τα μάτια τους υγρά από ώρα, είχαν θολώσει. Είχαν ξεχάσει, βλέπεις, πως υπήρξαν κάποτε κι αυτοί κανονικοί άνθρωποι.

Εκεί στο ημίφως και στην παγωνιά του θαλάμου η μικρή ορχήστρα συνέχιζε :
Μην απελπίζεσαι και δεν θα αργήσει
κοντά σου να ΄ρθει μια χαραυγή.
Καινούργια αγάπη θα σου χαρίσει.
Κάνε λιγάκι υπομονή !
(Ένα τραγούδι που αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους αριστερούς και εκτοπισμένους  του τέλους της δεκαετίας του '40 και της δεκαετίας του '50).

Πέρασε έτσι αρκετή ώρα… Ώσπου τα όργανα σώπασαν. Ο Τσιτσάνης χάθηκε στο λιγοστό φως της πόρτας. Απρόσμενα, όπως ακριβώς τους φανερώθηκε. Ήταν αλήθεια ή παραίσθηση αυτό που έζησαν; Κανείς μέσα στο θάλαμο δεν έλεγε τίποτε! Λες και είχαν δει κάποιο ξωτικό, έναν Αρχάγγελο και δεν τολμούσαν να το ομολογήσουν ο ένας στον άλλο, μήπως και τους πάρουν για σαλεμένους, για αλαφροϊσκιωτους. Έτσι αποκαμωμένοι από την ασήκωτη συγκίνηση και την νοσταλγία, έπεσαν σε βαθύ ύπνο.

Τόσα χρόνια μετά, δεν τολμώ ούτε και εγώ να ρωτήσω τον παππού μου, αν μου τα ‘χει διηγηθεί όλα αυτά ή είναι μοναχά στην φαντασία μου. Ωστόσο, κάθε φορά που στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση ακουστούν τα πρώτα λόγια από το «Κάποια μάνα αναστενάζει» τα μάτια του παππού γεμίζουν δάκρυα. Και τότε μόνον εγώ από όλους καταλαβαίνω το μυστικό, ξαναζώ με τον παππού σχεδόν συνωμοτικά εκείνη τη νύχτα του Δεκέμβρη.

Γράφω αυτήν την ιστορία, γιατί κρύβει στην ουσία της αυτό, που ορίζει και ξεχωρίζει τον αληθινό «λαϊκό καλλιτέχνη». Τον καλλιτέχνη με εκείνες τις ποιότητες που του επιτρέπουν να αφουγκράζεται και να συμμετέχει αφτιασίδωτος και επί ίσοις όροις στις πιο αληθινές στιγμές του λαού του: τις ώρες του μεγάλου πόνου και της μεγάλης χαράς.


Λαϊκός και αληθινός

Ένας αυθεντικός και κορυφαίος λαϊκός καλλιτέχνης είναι αναμφίβολα και ο Βασίλης Τσιτσάνης. Μαζί με τον ζωγράφο Θεόφιλο, τον κυκλαδίτη χτίστη Ρούσσο, τον κρητικό λυράρη Σκορδαλό, την μουσική οικογένεια των Χαλκιάδων, τα μπουλούκια «του Τάσου και της Γκόλφως», τον Ευγένιο Σπαθάρη έδωσαν εν πολλοίς μορφή και σχήμα στο νεοελληνικό λαϊκό πολιτισμό.

Πολλά έχουν γραφεί και άλλα περισσότερα θα γραφούν για τον Τσιτσάνη. «Πως έγινε αυτό το θαύμα και αυτό το παιδί από τα Τρίκαλα, να μετουσιώσει μέσα στη ψυχή και στο μυαλό του όλη την πεμπτουσία της μουσικής μας παράδοσης και να μας την ξαναδώσει σε νέες, απλές και τέλειες μουσικές φόρμες;» αναρωτιέται ο Μίκης Θεοδωράκης.

Ο Μάνος Χατζιδάκις εξομολογείται: «(…) ο Βασίλης μας έδειξε έναν δρόμο για να συναντηθούμε εμείς τα αδέξια, ασθενικά παιδία της πόλης με τους συνομήλικους μας της υπαίθρου. Αφήσαμε πίσω τα βαλς, τα ταγκό, το τσάμικο και τον καλαματιανό, για να συναντηθούμε καθάριοι στον βυθό της νέας μουσικής του».

Ο Τσιτσάνης αποδείχτηκε όχι απλά χρήσιμος, αλλά απαραίτητος για τον νεοελληνικό πολιτισμό. Καθαγιάζει το περιθωριακό ρεμπέτικο και το μεταμορφώνει σε αστικό λαϊκό τραγούδι, εγκαινιάζοντας ένα νέο μουσικό είδος ανάλογο και ισάξιο με τα πορτογαλέζικα fados ή τις ναπολιτάνικες canzonette.

Γίνεται η στέρεα γέφυρα πάνω στην οποία πορεύτηκε με ασφάλεια η ευαίσθητη φαντασία τόσων και τόσων μουσικών μετά από αυτόν. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παιδία του Τσιτσάνη υπήρξαν ολόκληρες και διαδοχικές γενιές δημιουργών. Από το ανεπανάληπτο δίπολο του Μίκη και του Μάνου ως τους Ξαρχάκο, Μούτση, Λεοντή, Κουγιουμτζή, Λοϊζο, Ανδριόπουλο, Νικολόπουλο, Σταυριανό, Κορακάκη, Κραουνάκη η επίδραση του μεγάλου Δάσκαλου στο έργο τους είναι ευανάγνωστη.

Η πυξίδα της ελληνικής μουσικής

Πίσω από τα τραγούδια και τη μουσική τους αχνοφέγγουν οι πενιές, οι αυτοσχεδιασμοί, οι δρόμοι, το ύφος, οι φόρμες και το ήθος του Τσιτσάνη. Μετά τον Τσιτσάνη τίποτε δεν θα ήταν πια ίδιο! Το μικρό καράβι της Ελληνικής Μουσικής βρήκε μια πυξίδα. Φάνηκε μπροστά του ξανά φωτεινός μπούσουλας η Μεγάλη Άρκτος.

Πέρα από τα λόγια αγέρωχα στέκουν μνημεία στον χρόνο τα τραγούδια του. Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» αντανάκλαση του τροπαρίου «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ». Η «Αχάριστη» μια ρεμπέτικη βινιέτα.

Το «Κάνε λιγάκι υπομονή» μια μικρή λαϊκή προσευχή. Κοντά σ’ αυτά μυριάδες άλλα μικρά αριστουργήματα: «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Σαν απόκληρος γυρίζω», «Όμορφη Θεσσαλονίκη». «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Άσπρο πουκάμισο φορώ», «Μπαχτσέ Τσιφλίκι», «Πέφτουν της βροχής οι στάλες», «Αρχόντισσα», «Ακρογιαλιές δειλινά»… Τόσα και τόσα τραγούδια, κομμάτια πλέον της συλλογικής μνήμης. Τραγούδια, που δεν είναι μόνο μια αφορμή για κέφι, για καημό ή για αναπόληση. Αποτελούν αυθεντικές τοπιογραφίες της νεότερης Ελλάδας και φωτίζουν το παρελθόν του λαού μας με το φως της αλήθειας. Διασώζουν στον ιστορικό χρόνο την Κατοχή, την μετεμφυλιακή εξαθλίωση, τα ελπιδοφόρα χρόνια του ’50, την αστικοποίηση, την μετανάστευση.

Με τον Βασίλη Τσιτσάνη συνέβη και το εξής σπάνιο φαινόμενο : αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε ταυτόχρονα και με την ίδια ένταση τόσο από τον απλό λαό, όσο και από την ντόπια διανόηση. Από ανθρώπους όλων των πολιτικών παρατάξεων. Οι σημαντικότερες και εμβληματικές φυσιογνωμίες των Γραμμάτων και της Τέχνης του καιρού του εντόπισαν έγκαιρα το χειμαρρώδες τάλαντο του Τσιτσάνη. Θαυμαστές του υπήρξαν μεταξύ άλλων οι Τσαρούχης, Κουν, Μόραλης, Καραγάτσης, Ρίτσος, Ελύτης, Καμπανέλης, Καρούζος, Δαμιανός, Κατράκης, Βασιλικός… Και σταματώ εδώ για να μην κουράσω τον αναγνώστη.

Ο κόσμος τον ανακαλύπτει ξανά.

Στα νάματα της μουσικής του Τσιτσάνη δεν ξεδιψούν μόνο Έλληνες, αλλά κάθε ψυχή, που αναζητάει την αυθεντική ευαισθησία. Για αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, πως και ο υπόλοιπος κόσμος συνεχίζει να τον ανακαλύπτει καθημερινά. Το 1980 με πρωτοβουλία της UNESCO ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα». Σ' αυτό το δίσκο παίζει ο ίδιος ζωντανά μια σειρά από κλασικά του τραγούδια αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι.

Η Γαλλική Μουσική Ακαδημία Charles Gross τον βραβεύει έναν χρόνο μετά το θάνατο του. Στην Ολλανδία, στη Φιλανδία, στη Γερμανία και στη Σκωτία υπάρχουν τουλάχιστον δέκα κομπανίες, που συγκροτούν μουσικοί με κλασσική παιδεία και εμβαθύνουν στο έργο του Έλληνα μουσικού. Στο Ισραήλ η μουσική του είναι κοσμαγάπητη, ενώ ένας άλλος διάσημος Εβραίος, ο σκηνοθέτης Γούντυ Άλεν, χρησιμοποιεί σε μουσική επένδυση ταινίας του ένα ορχηστρικό θέμα του Τσιτσάνη.

Η Τέχνη του Βασίλη Τσιτσάνη υπήρξε μια ευτυχής δυνατότητα. Στο μέλλον θα μοιάζει με θρύλο, πως ένα απλό παιδί από τα Τρίκαλα, που το έλεγαν Βασίλη, κατάφερε να χαράξει στο μάρμαρο του ελληνικού πολιτισμού τέτοιας λογής πολύτιμα αετώματα.

*Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο προσωπικό blog του Σταμάτη Κυρζόπουλου και προέρχεται φυσικά απ' τη φαντασία του συγγραφεά η διήγηση αυτή, αφού π.χ το"Κάποια μάνα αναστενάζει" γράφτηκε γύρω στο 1947-48 πολλά χρόνια μετά τα Δεκεμβριανά.



Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

ΕΠΙΚΑΙΡΙΚΟ



ΦΤΩΧΕ ΔΙΑΒΑΤΗ
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Στίχοι: Γεράσιμος Τσάκαλος
Ερμηνεία: Σωτηρία Μπέλλου-Βασίλης Τσιτσάνης

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

ΚΑΠΟΙΑ ΜΑΝΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΖΕΙ

Στίχοι: Μπάμπης Μπακάλης
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη εκτέλεση: Ντούο Χάρμα

Ο πρώτος δίσκος του «Κάποια μάνα αναστενάζει» (Συνεργασία των Μπακάλη-Τσιτσάνη) το 1947 ήταν για πολύ καιρό απαγορευμένος. Τραγουδούν: Στέλλα Χασκίλ, Βασίλης Τσιτσάνης και Μάρκος Βαμβακάρης
Βέβαια η εκτέλεση του τραγουδιού σε δίσκο με τη φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου έχει μείνει διαχρονική. 
Η πρώτη του αρχική εκδοχή του ήταν μάλλον το «Ζητά να μάθει αν ζει ο γιος της» που τροποποιήθηκε στον γνωστό τίτλο, αλλά που το κυκλοφόρησε τελικά ο Μπάμπης Μπακάλης με τον αρχικό το 1949 - 1950 με τη Στέλλα Χασκίλ και τον Τάκη Μπίνη.
Πάντως, την τελική διαμόρφωση των στίχων την οφείλουμε στον Βασίλη Τσιτσάνη.
Ο ίδιος ο Τσιτσάνης έλεγε για το «Κάποια μάνα αναστενάζει» ότι:
« Η σειρά, η ουρά των μανάδων από την οδό Λυκούργου, όπου ήταν το πρατήριο της Κολούμπια, έφτανε μέχρι την Ομόνοια. Ουδείς δίσκος, ούτε από συλλέκτες, ευρέθη σε καλή κατάσταση από τους 35.000-40.000 που έχουν πουληθεί. Όλοι είναι καταφαγωμένοι. Γι αυτό ειδικά το τραγούδι πρέπει να πω ότι από μουσικής πλευράς το θεωρώ από τις κορυφαίες μουσικές μου συνθέσεις». Κάποιες φορές μάλιστα οι αριστεροί αλλάζουν τη στροφή που λέει «(...) ο λεβέντης να γυρίσει από τη μαύρη ξενιτιά» και την κάνουν «(...) ο λεβέντης να γυρίσει από τη μαύρη Ικαριά».

Κάποια μάνα αναστενάζει
Στίχοι: Μπάμπης Μπακάλης
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης

Κάποια μάνα αναστενάζει
μέρα νύχτα ανησυχεί
το παιδί της περιμένει
που έχει χρόνια να το δει

Μέσα στην απελπισιά της
κάποιος την πληροφορεί
ότι ζει το παλικάρι
και οπωσδήποτε θα ΄ρθει

Με υπομονή προσμένει
και λαχτάρα στην καρδιά
ο λεβέντης να γυρίσει
απ' τη μαύρη ξενιτιά



Χασκήλ Σ. ,Τσιτσάνης Β. , Βαμβακάρης Μ. , 1947


Σωτηρία Μπέλλου


Βαγγέλης Περπινιάδης


Στέλιος Καζαντζίδης


Γιώργος Νταλάρας

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ 2: ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΛΑΝΙΑ - ΕΤΣΙ ΕΙΝ' Η ΖΩΗ

Βασίλης Τσιτσάνης – «Είμαστε αλάνια»





Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης,
Πρώτη εκτέλεση:Βασίλης Τσιτσάνης και Μαρίκα Νίνου


Είμαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα
και δεν την τρομάζουν οι φουρτούνες τη δική μας ράτσα

Τι τα θες, τι τα θες, πάντα έτσι είν'η ζωή
θα γελάς ή θα κλαις βράδυ και πρωί

Κάθε μας μεράκι γίνεται τραγούδι και το λέμε
και μες στα στραπάτσα μάθαμε ποτέ μας να μην κλαίμε

Τι τα θες, τι τα θες, πάντα έτσι είν' η ζωή
θα γελάς ή θα κλαις βράδυ και πρωί



Βίκυ Μοσχολιού – «Έτσι είν' η ζωή»





Στίχοι: Γιάννης Λογοθέτης.
Μουσική: Δήμος Μούτσης.
Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού, «ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ Α», 1972.

Μια φορά κι εγώ κοίταξα πίσω
είπα να χαθώ να μη γυρίσω.

Έτσι είν' η ζωή και πώς να την αλλάξεις
άλλοι κλαίνε κι άλλοι γελάνε δηλαδή
έτσι είν' η ζωή και πώς να την ξεγράψεις
πώς να την ξεγράψεις με μολύβι και χαρτί.
Κράτα μου το χέρι κράτα το παράπονό μου
κράτα την καρδιά σου ώσπου να 'ρθει το πρωί
και να θυμηθείς πριν φύγεις να σου δώσω
κόκκινο γαρύφαλο κι ένα γλυκό φιλί.

Μια φορά κι εγώ είπα να φύγω
από τους καημούς για να ξεφύγω.

Έτσι είν' η ζωή και πώς να την αλλάξεις
άλλοι κλαίνε κι άλλοι γελάνε δηλαδή
έτσι είν' η ζωή και πώς να την ξεγράψεις
πώς να την ξεγράψεις με μολύβι και χαρτί.

Κράτα μου το χέρι κράτα το παράπονό μου
κράτα την καρδιά σου ώσπου να 'ρθει το πρωί
και να θυμηθείς πριν φύγεις να σου δώσω
κόκκινο γαρύφαλο κι ένα γλυκό φιλί.

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

ΕΡΓΑΤΙΚΑ

ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Η ΔΙΑΦΟΡΑ

Απο εκπομπή της ΝΕΤ ΤΟΥ 2001: "ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΠΕΡΗΦΑΝΗ ΚΙ ΑΘΑΝΑΤΗ ΕΡΓΑΤΙΑ'

ΣΦΥΡΙΖΕΙ Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ