Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

A GAME OF CHESS - IF

A GAME OF CHESS Από το ποίημα Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ - THE WASTE LAND)

T.S. ELIOT

Β΄. ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Το Κάθισμα όπου κάθονταν, σα στιλβωμένος θρόνος,
Έλαμπε στο μάρμαρο, όπου ο καθρέφτης
Που βάσταζαν κοντάρια πλουμισμένα με κλήματα
Όθε ξεμύτιζε ένας χρυσός Ερωτιδέας
(Με τη φτερούγα σκέπαζε τα μάτια του άλλος ένας)
Ζευγάρωνε φλόγες από εφτάκλωνους κεροστάτες
Αντιφεγγίζοντας το φως επάνω στο τραπέζι ενώ
Των κοσμημάτων της η λάμψη ορμούσε να το συναντήσει,
Πλούσια ξεχειλίζοντας σε θήκες μεταξωτές.
Σε φιάλες από φίλντισι και χρωματιστό γυαλί
Ξεβούλωτες, ενέδρευαν τ’ αλλόκοτα συνθετικά μυρωδικά της,
Υγρά, σε σκόνη, ή σ’ αλοιφή – σκοτίζανε, συγχύζανε
Και πνίγανε την αίσθηση με αρώματα· ερεθισμένα απ’ τον αγέρα
Που έμπαινε δροσερός απ’ το παράθυρο, τούτα ανεβαίναν
Παχαίνοντας τις τεντωμένες φλόγες των κεριών,
Ρίχνανε τον καπνό τους στα λακουεάρια,
Ξυπνώντας τα στολίσματα στο φατνωτό ταβάνι.
Πελώρια ξύλα πελαγίσια ταγισμένα μπακίρι
Έκαιγαν πράσινα και πορτοκαλιά, με πέτρα πολύχρωμη πλαισιωμένα,
Και στο θλιμμένο τούτο φως ένα δελφίνι σκαλισμένο κολυμπούσε.
Πάνω απ’ τ’ αρχαίο το τζάκι παρουσιάζονταν
Λες κι άνοιγε παράθυρο σε μιαν υλαία σκηνή
Η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, της χαλασμένης τόσο βάναυσα
Από το βάρβαρο βασιλέα· κι όμως εκεί τ’ αηδόνι
Την έρημο όλη γέμιζε μ’ απαραβίαστη φωνή
Κι ακόμη φώναζε κι ακόμη ο κόσμος κυνηγάει,
«Γιακ, γιακ» σε βρώμικα αυτιά.
Κι άλλες ακόμη ρίζες μαραμένες των καιρών
Ήταν στον τοίχο ιστορισμένες· προσηλωμένα σχήματα
Σκύβαν, δηλώνοντας τη σιωπή στην περίκλειστη κάμαρα.
Πατήματα σερνόντουσαν στα σκαλοπάτια.
Κάτω απ’ το φέγγος της φωτιάς, κάτω απ’ τη βούρτσα, η κόμη της
Άπλωνε πύρινες ακίδες
Έλαμπε με λόγια, Κι ύστερα έπεφτε σε μιαν άγρια γαλήνη.
«Τα νεύρα μου είναι άσχημα σήμερα βράδυ.
Ναι, άσκημα. Μείνε μαζί μου.
Μίλησέ μου. Λοιπόν ποτέ σου δε μιλάς; Μίλησε.
Τι συλλογίζεσαι τώρα; Τι συλλογιέσαι; Τι;
Ποτές δεν ξέρω τι συλλογίζεσαι. Συλλογίσου».
Συλλογίζομαι πως είμαστε στων ποντικών το μονοπάτι
Εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος;»
Ο αγέρας κάτω απ’ την πόρτα.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος τώρα; Τι κάνει ο αγέρας;»
Τίποτε πάλι τίποτε.
«Δεν
Ξέρεις τίποτε; Δε βλέπεις τίποτε; Δε θυμάσαι
Τίποτε;»
Θυμάμαι
Να, τα μαργαριτάρια τα μάτια του.
«Είσαι ή δεν είσαι ζωντανός; Δεν έχεις τίποτε μες στο κεφάλι σου;»
Αλλά
Χο χο χο χο το Σαιξπηχήρειο τούτο φοξ –
Είναι κομψότατο
Είναι ξυπνότατο
«Τι θα κάνω τώρα; Τι θα κάνω;»
«Θα ξεπορτίσω όπως είμαι, και θα γυρνώ στους δρόμους
Με τα μαλλιά μου ξέπλεκα, έτσι. Τι θα κάνουμε αύριο;
Τι θα κάνουμε πάντα;»
Ζεστό νερό στις δέκα.
Κι αν βρέχει, το κλεισμένο αμάξι στις τέσσερεις.
Και θα παίξουμε μια παρτίδα σκάκι,
Πιέζοντας μάτια δίχως βλέφαρα και περιμένοντας ένα χτύπημα στην πόρτα.
Όταν ο άντρας της Λιλ αποστρατεύτηκε, της λέω,
Δεν τα μασούσα τα λόγια μου, της λέω αυτηνής ’γω που με βλέπεις,
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Τώρα πού γυρίζει ό Γιάννης, κοίταξε να σουλουπιαστείς λιγάκι.
Θα γυρέψει να μάθει τι τα ’κανες κείνα τα λεφτά που σου ’δωσε
Να ξαναβάλεις καν ’να δόντι. Σ’ τα ’δωσε, ήμουν εκεί.
Άει να τα βγάλεις, Λιλ, και βάλε μια καλή μασέλα,
Μα το Θεό, σου ’πε, σιχαίνουμαι που σε βλέπω.
Κι εγώ το ίδιο, της λέω, σκέψου τον κακόμερο το Γιάννη,
Τέσσερα χρόνια στρατιώτης, θα θέλει καλοπέραση,
Κι α δεν του τη δώσεις, άλλες θα του τη δώσουν, της λέω.
Α έτσι, μου λέει. Κάτι σαν τέτοιο, της λέω.
Τότες θα ξέρω ποιανού χρωστάω χάρη, μου λέει και με καρφώνει με τα μάτια.
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Κι α δε σ’ αρέσει τράβα τον κατήφορο, της λέω,
Άλλοι διαλέγουνε και παίρνουνε σαν εσύ δεν τα καταφέρνεις.
Μ’ α σου το στρίψει ο Γιάννης, δε θα πει πως δε βρέθηκε άνθρωπος να σου κουβεντιάσει.
Είναι να ντρέπεσαι, της λέω, που μοιάζεις τέτοια αρχαιολογία.
(Κι αυτή μονάχα τριάντα ενός.)
Μα τι να κάνω, μου λέει, και στραβομουτσούνιασε,
Φταίνε κείνα τα χάπια, μου λέει, που πήρα για να το ρίξω.
(Έκανε κιόλας πέντε, και πήγε να πεθάνει απ’ το μικρό της το Γιωργή.)
Ο φαρμακοποιός είπε θα ’ναι εν τάξει, μα ποτές δεν ξανάγινα όπως ήμουν.
Είσαι ντιπ άμυαλη, της λέω.
Το λοιπόν, αν ο Γιάννης δε σ’ αφήνει ήσυχη, εδώ ’ναι ό κόμπος, της λέω,
Τι πας και μου παντρεύεσαι σα δεν τα θέλεις τα παιδιά;
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Λοιπόν, κείνη την Κυριακή ήταν ο Γιάννης σπίτι, κι είχανε ζεστό χοιρομέρι,
Και με καλέσανε το βράδυ, να τ’ απολάψω ζεστό –
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ
Καληνύχτα Μπιλλ. Καληνύχτα Λου. Καληνύχτα Μαίη. Καληνύχτα.
Γεια γεια. Καληνύχτα. Καληνύχτα.
Καληνύχτα, κυρίες, καληνύχτα, γλυκιές μου κυρίες, καληνύχτα, καληνύχτα.



IF

RUDYARD KIPLING

IF...
If you can keep your head when all about you
Are losing theirs and blaming it on you;
If you can trust yourself when all men doubt you,
But make allowance for their doubting too;
If you can wait and not be tired by waiting,
Or, being lied about, don't deal in lies,
Or, being hated, don't give way to hating,
And yet don't look too good, nor talk too wise;
If you can dream - and not make dreams your master;
If you can think - and not make thoughts your aim;
If you can meet with triumph and disaster
And treat those two imposters just the same;
If you can bear to hear the truth you've spoken
Twisted by knaves to make a trap for fools,
Or watch the things you gave your life to broken,
And stoop and build 'em up with wornout tools:
If you can make one heap of all your winnings
And risk it on one turn of pitch-and-toss,
And lose, and start again at your beginnings
And never breath a word about your loss;
If you can force your heart and nerve and sinew
To serve your turn long after they are gone,
And so hold on when there is nothing in you
Except the Will which says to them: «Hold on!»
If you can talk with crowds and keep your virtue,
Or walk with kings - nor lose the common touch;
If neither foes nor loving friends can hurt you;
If all men count with you, but none too much;
If you can fill the unforgiving minute
With sixty seconds' worth of distance run,
Yours is the Earth and everything that's in it,
And - which is more - you'll be a Man my son!


Αν
Αν να κρατάς μπορείς το λογικό σου όταν γύρο σου όλοι
το ‘ χουνε χαμένο και ρίχνουνε γι’ αυτό το φταίξιμο σε σένα,
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς τον εαυτό σου,
όταν για σένα αμφιβάλλουν όλοι, αλλά να βρίσκεις ελαφρυντικά ακόμα
και για την αμφιβολία τους αυτή,
Αν να προσμένεις το μπορείς δίχως από την προσμονή ετούτη ν’ αποσταίνεις,
ή Αν και σε συκοφαντούν εσύ να μη βυθίζεσαι στο ψέμα,
ή Αν και σε μισούν το μίσος μέσα σου να μην αφήσεις να φουντώνει,
κι ωστόσο να μην δείχνεσαι πάρα πολύ καλός κι ούτε με πάρα πολλή σοφία να μιλάς,
Αν να ονειρεύεσαι μπορείς δίχως το όνειρο να κάνεις δάσκαλό σου,
Αν να στοχάζεσαι μπορείς δίχως να κάνεις το στοχασμό σκοπό σου,
Αν το μπορείς το Θρίαμβο και την Καταστροφή να αντικρίσεις
και σε αυτούς τους δυο αγύρτες όμοια να φερθείς,
Αν να ακούς αντέχεις την αλήθεια που εσύ είχες ειπωμένη
από πανούργους νοθευμένη ώστε παγίδα για τους άμυαλους να γίνει,
ή να θεωρείς όλα αυτά οπού ‘χεις της ζωή σου αφιερώσει, τσακισμένα,
και πάλι ν’ αρχινάς να τα στυλώνεις με εργαλεία φαγωμένα,
Αν να στοιβάζεις το μπορείς σ’ ένα σωρό όλα εκείνα που ‘χεις κερδισμένα.
Και όλα να τα παίξεις κορόνα γράμματα μεμιάς,
και να χάσεις, και κείθε που έχεις ξεκινήσει πάλι ν’ αρχινήσεις
κι ούτε μπορείς καρδιά και νεύρα και μυώνες ν’ αναγκάσεις
πάλι να σου δουλέψουνε κι ας είναι από καιρό αφανισμένα,
κι έτσι ολόρθος να κρατιέσαι μόλο που τίποτα
δε έχει μέσα σου απομείνει
εξόν από τη θέληση που τους μηνά: «Βαστάτε!»
Αν να μιλάς μπορείς με το λαό κι ωστόσο να κρατάς την αρετή σου,
με βασιλιάδες όντας μη χάνοντας το απλό το φέρσιμό σου,
Αν μήτε εχθροί μήτε και φίλοι ακριβοί μπορούν να σε πληγώσουν,
Αν όλοι οι άνθρωποι σε λογαριάζουν, όμως πάρα πολύ κανένας,
Αν το μπορείς την ώρα που ο θυμός σου θέλει να ξεσπάσει να κρατηθείς νηφάλιος
και την γαλήνη σου την πρώτη να ξαναβρείς, δικιά σου τότε θα ‘ ναι η Γη
κι όλα εκείνα πλου κατέχει, και – ό,τι αξίζει πιο πολύ-
Άντρας σωστός τότε θε να ‘σαι, γιε μου!

Δεν υπάρχουν σχόλια: