Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ - ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ

Σήμερα  το απόγευμα γίνεται η διαδήλωση στην Αθήνα εναντίον της ψήφισης των απαράδεκτων μέτρων του "Νέου Μνημονίου". Ίδια μέρα επίσης σαν σήμερα στις 12.2.1945 έγινε και η συμφωνία της Βάρκιζας, μια συμφωνία που οδήγησε στο αιματοκύλισμα του Ελληνικού λαού.
Για να μην αποτελέσει ξανά η 12η Φεβρουαρίου την αποφράδα ημέρα της Ελλάδας για τον 21ο αιώνα, εάν αγαπάτε τα παιδιά σας περισσότερο από τους εαυτούς σας (η χρεωκοπία έχει ήδη συντελεσθεί- το θέμα είναι πότε θα ανακοινωθεί: τώρα που έχουμε ελπίδες για κάποια ανάκαμψη ή αργότερα όταν τα παιδιά μας θα ενηλικιωθούν και θα μας έχουν δέσει για τα καλά με το νέο μνημόνιο) σκεφτείτε εάν θα πρέπει να δώσετε το παρόν στα σημερινά συλλαλητήρια στις πλατείες Ομόνοιας & Συντάγματος στις 17:00. Θα τους αφήσουμε να μας αφανίσουν για μια ακόμη φορά;

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΤΑ ΠΑΘΗ
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ

Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά
και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα
πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες
με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ' ανοιχτό πουκάμισο,
με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος κι εξουσία η Άνοιξη.

Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθιο να γιορτάζει τον άλλο Σηκωμό,
τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο.

Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σα σημαία,
οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες.

Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον
επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές,
πού 'λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.

Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντες οι Άλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν.

Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το
έχει τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες,
με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει:
μία πήχη φωτιά κάτω απ' τα σίδερα, με τις μαύρες κάνες και τα δόντια του ήλιου.

Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν.

Και χτυπούσανε όπου να 'ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση.

Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε.

Σα να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ' ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, πέρ' απ' την άκρη της απελπισιάς,
τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες,

και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.

Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία,
και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: