Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ
Το κείμενο που ακολουθεί στηρίζεται εξ ολοκλήρου σε εκτενέστερο κείμενο για την ιστορία της σχολής που συνέγραψε ο Δρ Κλασικής Φιλολογίας Αθανάσιος Φραγκούλης τ. καθηγητής της Σχολής.

Η Επανάσταση του 1821 υπήρξε αποτέλεσμα μακροχρόνιας καλλιέργειας της εθνικής συνείδησης η οποία οφείλεται και στα σχολεία που κατά τον 17ο αι. αρχίζουν να αναφαίνονται σε διάφορες πόλεις του ευρύτερου ελλαδικού χώρου, συντηρούμενα από τις ελληνικές κοινότητες. Οι Έλληνες είχαν κάνει συνείδηση αυτό που είπε αργότερα ο Ρήγας, ότι δηλαδή « εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποία λάμπουν ελεύθερα τα έθνη». Ανάμεσα στις πιο περίφημες για την προσφορά τους στo 'Eθνος σχολές είναι και η Ευαγγελική Σχολή.


Στυπόχαρτο, μελανοδοχείο, πλάκα γραφής και κονδύλι

Στις απαρχές της Σχολής βρίσκεται το Παλαιό Σχολείο στο οποίο δίδαξε ο Αδαμάντιος Ρύσιος, πάππος του Αδάμ. Κοραή. Το 1717, ο Μητροπολίτης Σμύρνης Ανανίας πήρε την πρωτοβουλία επανίδρυσης του και στις 22 Ιουνίου 1733 ετέθη υπό την προστασία της αγγλικής κυβέρνησης. Αργότερα αφιερώθηκε «εις τον Υιόν του θεού, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν» ως «Σχολείον των Ευαγγελικών του εντολών και φροντιστήριον πάντων των ελληνικών μαθημάτων». Αργότερα η Σχολή ονομάστηκε «Ευαγγελικόν Φροντιστήριον» και τελικά επικράτησε η ονομασία Ευαγγελική Σχολή.

Η Σχολή είχε αρχικά θρησκευτικό χαρακτήρα που διατηρήθηκε έως το 1810 οπότε κλήθηκε ο περιώνυμος Θεόφιλος Καΐρης από την Άνδρο για να διδάξει φιλοσοφία και μαθηματικά. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας της σχολής καταργήθηκε αργότερα το 1828 επί διευθύνσεως του Αβραμίου Ομηρόλη. Επί της εποχής του η Ευαγγελική Σχολή έφθασε σε τελειότητα σπάνια για εκπαιδευτικό ίδρυμα.

Η Σχολή καταστράφηκε το 1842 από μια μεγάλη πυρκαϊά και παναλειτουργεί το 1843. Αξιόλογοι διευθυντές φροντίζουν την πνευματική ανύψωση της και την αύξηση του κύρους της. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν ήταν διευθυντής ο Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος (ανέλαβε το 1861) οι απόφοιτοι της Σχολής εγγράφονταν χωρίς εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επί διευθύνσεως του Γ. Σωτηρίου η διδασκαλία βελτιώνεται, οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς διδάσκονται αρτιότερα, το πρόγραμμα των μαθημάτων συμπληρώνεται, εισάγεται η διδασκαλία της μηχανικής και εξοπλίζεται το σχολείο με εποπτικά μέσα και όργανα για την διδασκαλία των νεότερων κατακτήσεων της επιστήμης, ιδρύεται Εμπορική Σχολή, ως τμήμα της Ευαγγελικής Σχολής, και 3τάξιο Διδασκαλείο για τη μόρφωση δημοδιδασκάλων.


To κτίριο όπου επρόκειτο να εγκατασταθεί η Ευαγγελική Σχολή το 1922


Μέχρι το 1914 η Σχολή ήκμαζε και συγκέντρωνε μαθητές από όλη τη Μ. Ασία και τα νησιά των μικρασιατικών ακτών. Το 1918 ανατίθενται τα καθήκοντα του Διευθυντή στον Νικ. Λιθοξόο που έμελλε να είναι και ο τελευταίος Διευθυντής της Σχολής. Αυτός, με άριστη επιστημονική κατάρτιση και παιδαγωγική μόρφωση με μεταπτυχιακές σπουδές στα πανεπιστήμια της Ελβετίας και της Γερμανίας, επιδόθηκε με μεγάλο ζήλο στη βελτίωση της λειτουργίας της Σχολής. Εισήγαγε ριζικές μεταρρυθμίσεις στα αναλυτικά προγράμματα, τους κύκλους μαθημάτων και το σύστημα των εξετάσεων και έκανε τη Σχολή να αποδώσει πλούσιους καρπούς.

Πολλοί παράγοντες συνέβαλαν στην αύξηση του κύρους της παλαιάς εκείνης Σχολής και την εξάπλωση της φήμης της. Εκείνο όμως που συνέβαλε κυρίως στις υψηλές της επιδόσεις ήταν το προσωπικό της Σχολής. Καθηγητές εκλέγονταν οι διαπρεπέστεροι λόγιοι, παιδαγωγοί, επιστήμονες και ενθουσιώδεις λειτουργοί της παιδείας. Χάρις στο διδακτικό προσωπικό αποφοιτούσαν νέοι με ολοκληρωμένη και τέλεια μόρφωση. Σε αυτήν φοίτησαν ο Αδάμ. Κοραής, ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος ο Ε', Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης, ο ποιητής Ηλίας Τανταλίδης, ο ιστορικός Παύλος Καρολίδης, ο αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, ο λογογράφος Στέφανος Ξένος, ο ποιητής Στέλιος Σπεράντζας, ο πασίγνωστος εφοπλιστής Αριστ. Ωνάσης, ο μουσικός και ακαδημαϊκός Μανώλης Καλομοίρης. Αλλά και αναρίθμητοι άλλοι που αναδείχτηκαν ως λόγιοι, επιστήμονες, κληρικοί, καλλιτέχνες και επιχειρηματίες που βοήθησαν την κοινωνία στην οποία έζησαν και τίμησαν με τον καλύτερο τρόπο το ελληνικό έθνος και την πνευματική τους μητέρα, την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης.

Η λαμπρή αυτή εποχή ήταν πεπρωμένο να είναι και η τελευταία. Το 1922 η μεγάλη πυρκαϊά που αποτέφρωσε το μεγαλύτερο μέρος της Σμύρνης κατέστρεψε το κτήριο της Ευαγγελικής Σχολής.

Το 1934 στη Νέα Σμύρνη πλέον λειτουργούσε παράρτημα του Γυμνασίου Καλλιθέας. Σις 31.7.1934 με Π. Δ. ιδρύθηκε Μεικτό Γυμνάσιο που εγκαταστάθηκε το Μάρτιο του 1935 σε μισθωμένο οίκημα στην κεντρική πλατεία. Το οίκημα αυτό είχε δύο ορόφους στους οποίους το 1937 προστέθηκε και τρίτος. Η χρήση των κτηριακών αυτών εγκαταστάσεων άρχισε στις 18.1.1935 αλλά τα επίσημα εγκαίνια έγιναν στις 7.4.1935 με μεγάλη επισημότητα. Τότε έγινε και η αποκάλυψη της επιγραφής «Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης 1717-1934». Τα εγκαίνια αυτά αποτελούν ουσιαστικά το πανηγυρικό γεγονός της επανίδρυσης της Ευαγγελικής Σχολής. Παρόλα αυτά το Γυμνάσιο δεν ονομαζόταν επίσημα έτσι. Η Εφορευτική Επιτροπή του Γυμνασίου με πολλές παραστάσεις στον Υπουργό Παιδείας ζήτησε την άδεια να ονομαστεί το Γυμνάσιο Νέας Σμύρνης «Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης» σε ανάμνηση και συνέχιση του εθνικού έργου της παλαιάς εκείνης Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, που γαλούχησε και διαπαιδαγώγησε τόσες χιλιάδες Ελλήνων για 250 ολόκληρα χρόνια. Ο Υπουργός Παιδείας αντέτασσε την απαγόρευση από το νόμο της χορήγησης του δικαιώματος ονοματοθεσίας σε οποιοδήποτε δημόσιο κρατικό Γυμνάσιο, αν αυτό δεν αποκτούσε ιδιόκτητο κτήριο. Η μετονομασία επιτεύχθηκε με το από 6.4.1935 ΒΔ «Περί ονομασίας του Γυμνασίου Νέας Σμύρνης σε Γυμνάσιο Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης» (ΦΕΚ 177/1935). Το 1946 ιδρύθηκε το Γυμνάσιο θηλέων Νέας Σμύρνης, οπότε η Ευαγγελική Σχολή έπαυσε πλέον να λειτουργεί ως μεικτό Γυμνάσιο και έμεινε καθαρά Γυμνάσιο Αρρένων, όπως ήταν η Παλαιά Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης. Το 1943 η Σχολή διαιρέθηκε σε κλασικό και πρακτικό λύκειο, ενώ το 1971 συστάθηκε νέο Πρότυπο Γυμνάσιο η «Ευαγγελική Σχολή» με παράλληλη ίδρυση Γυμνασίου Αρρένων Νέας Σμύρνης. Από τότε η Ευαγγελική Σχολή συνεχίζει το έργο της.

H Σχολή στην Πλατεία Ν. Σμύρνης

Άποψη του σημερινού κτηρίου της Σχολής στην οδό Λέσβου