Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΑ ΒΓΑΖΟΥΜΕ, ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΑ ΜΠΑΖΟΥΜΕ, ΤΙ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΕΡΜΑ ΚΑΙ ΨΟΦΑΝΕ;

Τον Κώστα Γεωργουσόπουλο το σέβομαι και τον εκτιμώ, πέρα από την προσωπικότητά του κυρίως για την φιλολογική του επάρκεια και τις θεατρικές του γνώσεις, χωρίς να συμφωνώ τα τελευταία χρόνια με αρκετά από τα άρθρα του.
Αναδημοσιεύουμε εδώ το άρθρο του ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ από την εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ" του Σαββάτου 27.8.2011, όπου (δυστυχώς με πόνο ψυχής) συμφωνούμε με το σύνολο του άρθρου του (αφού και εμείς της δεκαετίας του '60 ζήσαμε παρόμοιες καταστάσεις) εκτός από την τελευταία του πρόταση. Ίσως να την έβαλε για να μας προκαλέσει να σκεφθούμε.
Μα, γιατί τέλος πάντων δεν μαθαίνουμε σήμερα γράμματα;
Γιατί πέρα από τα στραβά του συστήματος είμαστε καλοπερασάκηδες. Όλοι μας. Εκπαιδευτικοί, γονείς και εκπαιδευόμενοι. Γιατί τα βρίσκαμε μέχρι σήμερα όλα εύκολα (με δανεικιά και κλεψιμέϊκα). Γιατί κατέρευσαν σιγά-σιγά οι αξίες του πνεύματος και της διανοίας και ανεχόμαστε τον μαστρο-υδραυλικό που για μισή ώρα δουλειά (τις περισσότερες φορές εύκολη και καθαρή) απαιτεί και παίρνει (χωρίς απόδειξη) όσα αμοίβεται ένας υπάλληλος για τρία 8-ωρα δουλειάς. 



ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ
Στα τέλη Αυγούστου του 1955 έφτασα, επαρχιωτάκι, στην Αθήνα για να δώσω εξετάσεις στη Φιλοσοφική. Δύσκολοι καιροί έως τότε για τη ζωή της γενιάς μου, την προσωπική αλλά και του τόπου. Μπήκαμε στο γυμνάσιο τον Σεπτέμβριο του 1949 ακριβώς τον μήνα και τον χρόνο που έληξε ο Εμφύλιος, αλλά δεν έληξε για χρόνια πολλά και το εμφύλιο μίσος. Η Ελλάδα χωρισμένη στα δύο, σε κάθε οικογένεια και μέσα στο ίδιο σπίτι υπήρχαν οι από δω και οι από κει. Ο πατέρας μου, φιλόλογος, βρέθηκε το 1947-48 εξόριστος στην Ικαρία και έως το 1952 εκτός υπηρεσίας, κρυπτόμενος στην Αθήνα σε φιλικά σπίτια και ζώντας (και την οικογένεια με τρία παιδιά) κάνοντας παράνομα ιδιαίτερα μαθήματα. Ο ένας αδελφός της μάνας μου καταδικασμένος 20 χρόνια ειρκτή ως πρωτοπαλίκαρο του Βελουχιώτη, ο άλλος δασάρχης, δημόσιος υπάλληλος, μας κρατούσε σε απόσταση για να μην εκτεθεί!
Γυμνάσιο αρρένων με τμήματα 80-90 μαθητές το καθένα, αλλά και μερικοί (όχι λίγοι πάντως) φωτισμένοι καθηγητές. Μάθαμε γράμματα. Γερά και πολλά. Για να αντιληφθεί κανείς το εύρος των ενδιαφερόντων των φιλολόγων μας, αναφέρω πως ένας από αυτούς, ο Φλώρος, έχει συντάξει ένα μεγάλο ετυμολογικό της Νέας Ελληνικής (το μόνο μετά τον Ανδριώτη και πριν από τον Μπαμπινιώτη) και συνάμα μια Ευρωπαϊκή Δραματολογία που για χρόνια και όσο ήταν καθηγητής στο Βαρβάκειο διδασκόταν σε δραματικές σχολές.
Σε μια εποχή που στην πόλη όπου μεγάλωνα δεν υπήρχε δημοτική ή άλλη βιβλιοθήκη, ούτε ωδείο, ούτε μουσείο, ούτε μια αίθουσα τελετών, όπου μας τρομοκρατούσαν ο χωροφύλακας και ο παπάς ώστε να μην πηγαίνουμε σινεμά (εκτός ομαδικά με το σχολείο) και να πηγαίνουμε - με ποινή, αν δεν γραφόμασταν, αποβολή - στο κατηχητικό σχολείο, όταν για να γράψουμε διαγωνίσματα φέρναμε από το σπίτι τις κόλλες, πληρώναμε τα σχολικά βιβλία και κουρευόμαστε σαν γίδια με την ψιλή. Οταν η κυκλοφορία ήταν επιτρεπτή τον χειμώνα έως τις εννέα το βράδυ και φορούσαμε υποχρεωτικά πηλήκια με τον αριθμό μαθητολογίου στο γείσο, όταν σε κάθε εκατό νοικοκυριά υπήρχε τηλέφωνο και σε κάθε 300 σπίτια ραδιόφωνο, μάθαμε γράμματα γερά και πολλά. Και βρίσκαμε ρωγμές για επιμόρφωση. Αγοράζαμε συνεταιρικά το «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, τη «Μυστική ζωή» του Τερζάκη, τα τραγούδια του «Ζαν Κριστόφ» του Ρολάν και τον «Ζορμπά» του Καζαντζάκη. Ακόμη απορώ πώς βρέθηκε στη φανατική για γράμματα παρέα μας την ίδια χρονιά που εκδόθηκε η «Ανθολογία Μεταπολεμικής Ποίησης» των Γεννατά - Γεωργούδη, με πρόλογο του Αργυρίου.
Με αυτά τα εφόδια ξεκινήσαμε να δώσουμε εξετάσεις με ύλη, όλη (ακούτε;) όλη την ύλη των έξι τάξεων του γυμνασίου στην Ιστορία, Αρχαία Ελληνικά μόνο άγνωστο κείμενο και Λατινικά επίσης άγνωστο κείμενο - και τα δύο, παρακαλώ, καθ' υπαγόρευση.
Οι εξετάσεις στη Φιλοσοφική εκείνη τη χρονιά διεξήχθησαν στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου, πρωί και απόγευμα από ένα μάθημα, τέσσερα μαθήματα σε δύο μέρες. Θυμάμαι πως έφτασα δέκα μέρες πριν με μόνο εφόδιο τα μαθήματα του σχολείου και τη μελέτη μου τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, αλλά πώς; Τον Ιούνιο οικογενειακός γιατρός διαπίστωσε, προφυματική κατάσταση. Αρον άρον με εξαπόστειλαν στο ορεινό χωριό Κακοπλεύρι για ανάνηψη. Εκεί κάτω από τα έλατα ετοιμάστηκα για τις εξετάσεις. Στην Αθήνα δυο - τρεις μόνο συμμαθητές μου είχαν παρακολουθήσει ταχύρρυθμα μαθήματα στα τρία διάσημα, αλλά μόνο τρία φιλολογικά φροντιστήρια: του Τζουγανάτου, του Θεάκου και του Χατζή. Τους αναζήτησα και τους βρήκα στου Θεάκου και κρυφά παρακολούθησα έντρομος επαναλήψεις της τελευταίας εβδομάδας.
Θυμάμαι μαθητές συνυποψήφιους να καυχώνται για τις 2.000 λατινικές λέξεις που γνώριζαν. Αφήστε τον τρόπο που όταν ο διδάσκων αναφωνούσε μια χρονολογία, εκείνοι απαντούσαν με το γεγονός! Ευτυχώς όταν καθήσαμε στα έδρανα, στο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής στην οδό Σόλωνος, οι συνυποψήφιοι από Α έως Γ, διαπίστωσα πως η πλειονότητα ερχόταν από την επαρχία με ανάλογα με εμένα εφόδια. Και δεν προκόψαμε λίγοι. Από τους συμμαθητές του γυμνασίου με τα ξέχειλα τμήματα το 70% εισήχθησαν στα ΑΕΙ: Πολυτεχνείο, Νομική, Ιατρική, Οδοντιατρική, Ανωτάτη Γεωπονική, Εμπορική, Μηχανικοί Πολεμικής Αεροπορίας. Κανένας δεν έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές, πού χρήματα και πού τότε υποτροφίες!
Από αυτούς πολλοί ανέβηκαν στην πανεπιστημιακή έδρα, έγιναν γενικοί διευθυντές υπουργείων, βουλευτές, πρόεδροι στις επιστημονικές τους εταιρείες.
Ποιος σήμερα φιλόλογος που πέρασε ΑΣΕΠ και με χρόνο υπηρεσίας δέκα χρόνια θα δεχόταν απλώς για να επιβεβαιωθεί ο διορισμός του να διαγωνιστεί σε Ιστορία, άγνωστο κείμενο Αρχαία και Λατινικά στα ίδια θέματα του 1955; Δεκτά ακόμη και τα γνωστά φροντιστήρια που προετοιμάζουν... υποψηφίους ΑΣΕΠ. Κι ύστερα ψάχνει ψύλλους στ' άχυρα η φίλη Αννα Διαμαντοπούλου. Γυρίστε στην Εκπαίδευση του '55, άντε στη μεταρρύθμιση Παπανδρέου - Ακρίτα - Παπανούτσου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: