Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΙΩΝΙΟ















Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΙΩΝΙΟ
Ο Αλέξης Σπυρόπουλος πήγε στη Νέα Σμύρνη. Και βάζει σε ένα κείμενο όλα τα “γιατί”, όσα τον συνδέουν με τον Πανιώνιο και, τελικά, εξηγούν τι είναι Πανιώνιος. 

Αναδημοσίευση από gazetta.gr

Ελληνικό πρωτάθλημα εφέτος, δύο ματς έχω δει. Πανιώνιος-Παναθηναϊκός την άλλη φορά, Πανιώνιος-Πανθρακικός τώρα. Άλλο, «ουδέν οίδα». Πανιώνιο, δεν πάω για το ποδόσφαιρο. Τις ανάγκες των αισθήσεων που το ποδόσφαιρο μπορεί να μου εξυπηρετήσει, θα βρω αλλιώς για να τις ικανοποιήσω. Δεν θα τις φορτώσω στον Πανιώνιο. Θα ένιωθα και ανόητος να το έκανα.
Για παράδειγμα ο αγώνας με τον Πανθρακικό ήταν, εν περιλήψει, το εξής. Να ‘μουν για μία μόνον ημέρα, αυτή την Κυριακή, ο πρόεδρος, να είχα πολλά λεφτά, να έβαζα μετά στις εξόδους πέντε γλυκά κορίτσια που θα ‘διναν είκοσι ευρώ στον καθένα θεατή ενώ έβγαινε, ένα χαμόγελό τους για αποζημίωση, και μία συγγνώμη για ό,τι (δεν) είδαν.
Αλλά δεν με πειράζει. Το ποδόσφαιρο. Ούτε τ’ αποτελέσματα. Αν λατρεύεις το κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν αποτέλεσμα, πηγαίνεις αλλού. Στον Πανιώνιο, εφόσον τον επιλέγεις, εκ των προτέρων ξέρεις ότι θα δεις νίκες, θα δεις ήττες, θα δεις ισοπαλίες. Τα φυσιολογικά, δηλαδή, στο άθλημα των τριών αποτελεσμάτων.
Και τους παίκτες, αυτούς που μπορεί η ομάδα εκάστοτε να διαθέτει, απλώς τους αγαπώ. Μου αρκεί ότι φοράνε τη φανέλλα. Δεν τους κρίνω, πολύ περισσότερο δεν τους επικρίνω. Μου είναι, δε, πολύ πιο εύκολο ν’ αγαπώ αυτούς που βλέπω τώρα. Ελληνόπουλα, ένα τσούρμο. Τον Αραβίδη. Τον Αυλωνίτη. Τον «Καραγκούνη των φτωχών» Μενδρινό. Τον Καμπάνταη. Τα πιτσιρίκια. Κι όσα απ’ τα πιτσιρίκια είναι άξια και φύγουν, ας έχουν τον άνεμο στα πανιά τους. Οι περισσότεροι άλλωστε, απ’ όσους φεύγουν, είναι διαπιστωμένο ότι, εκεί που πηγαίνουν, παραμένουν φορείς και ως εκ τούτου γίνονται οι καλύτεροι διαφημιστές του ιού-Πανιώνιος.
Ο Πανιώνιος είναι άλλο. Είναι το, δυο φορές το μήνα, αυθόρμητο κι ανομολόγητο ραντεβού της τοπικής κοινωνίας. Εκείνη η εικόνα, με τον κόσμο έξω, να περπατά απ’ τους διαφορετικούς δρόμους της γειτονιάς, ταυτόχρονα προς την κοινή κατεύθυνση. Και να ξέρουν όλοι, ποια είναι η κατεύθυνση. Όπως τη νύχτα στην Ανάσταση, ένα πράγμα.
Είναι ότι θα δεις τον φούρναρη, τον καφετζή, αυτόν με το ψιλικομάγαζο, αυτόν που έχει το ελληνάδικο, ή το φροντιστήριο, θα δεις τον τραπεζικό που σ’ εξυπηρετεί, τον δάσκαλο της Λεοντείου, τον Τσιάπη, πατέρα και γιο, θα δεις τα παιδιά της Ακαδημίας με τους γονείς και με τους προπονητές τους, τον αιώνιο δήμαρχο Κηφισιάς, τον Χιωτάκη, ανίατο Πανιώνιο. Θα δεις τον υιό Σταματελάτο. Τον υιό Γρηγόρη Λαμπράκη. Τον Λουκά, ακόμη. Αν τυχαίνει να είναι εν Ελλάδι και αν δεν παίζει την ίδια ώρα η Λίβερπουλ.
Θα δεις τον Χάιτα με τον Δέδε και τον Σκρέκη, αν είσαι τυχερός μπορεί να δεις και τον Ζαφείρη Κάκαρη, θα δεις δίπλα-δίπλα (όπως τότε) τον Χαλκίδη και τον Εμβολιάδη, θα δεις μπροστά απ’ αυτούς (όπως τότε) τον Μπάμπη Σαϊπά. Θα δεις, εννοείται, τον Αρη Μισαηλίδη. Τον Λίμα, τον Μανίκα, τον γιο του Μανίκα, τον Νίκο Παντελή που τούτη την εποχή συμβαίνει να είναι ο προπονητής. ‘Η, απ’ τους μεταγενέστερους, τον Κουτρόπουλο, τον Ναλιτζή, τον Χασιώτη. Αλλά και τον Εβανς-Παυλόπουλο. Ξέρεις, πού θα βρεις ποιον. Θα μιλήσεις. Θ’ ακούσεις. Θα μάθεις τα μικρά νέα. Θα χαρείς τους Πάνθηρες, που είναι υπέροχοι. Ιδίως, όταν θέλουν να είναι υπέροχοι.
 Ο Πανιώνιος είναι πτυχή της ζώσας καθημερινότητας. Όπως πηγαίνουν τα παιδιά σχολείο στη Νέα Σμύρνη, όπως πηγαίνουν τα παιδιά αθλητισμό στα σωματεία της Νέας Σμύρνης, όπως θα βγεις και θα στηρίξεις τα μαγαζιά της Νέας Σμύρνης, όπως θ’ ακολουθήσεις τον επιτάφιο και θα ‘ναι ο επιτάφιος της Αγίας Φωτεινής ή της Αγίας Παρασκευής, όπως θα πας Πλατεία και θα ‘ναι της Νέας Σμύρνης η πλατεία. Όπως δεν έχεις καμία δουλειά για τέτοια πράγματα να καταφεύγεις στο κέντρο ή αλλού, έτσι κι ο Πανιώνιος. Δεν έχεις καμία δουλειά, να στηρίξεις κάτι άλλο.
Δύο πράγματα μ’ ενδιαφέρουν. Να έχει ο Πανιώνιος, το ένα, συνείδηση και συναίσθηση ποιος είναι ο ρόλος του. Γιατί, εν τέλει, υπάρχει. Το δεύτερο, το πλαίσιο γύρω-γύρω. Η ατμόσφαιρα. Η οσμή. Ο ρόλος του Πανιώνιου είναι, να λειτουργεί ως πόλος στα νότια. Να μαζεύει. Παιδιά και νέους. Ο Πανιώνιος δεν υπάρχει για να πάρει ένα πρωτάθλημα στο μπάσκετ γυναικών ή για να παίξει ένα ευρωπαϊκό τελικό στο πόλο ανδρών. Κι αυτά, όποτε δίνεται σαν πολυτέλεια η δυνατότητα, καλά είναι. Αλλά δεν είν’ αυτά, τα βασικά. Το βασικό είναι η κοινωνία. Το σφιχταγκάλιασμα του Πανιώνιου με την κοινωνία. Είναι εκείνο το μελίσσι που απολαμβάνω ν’ ακούω το βουητό του, ακόμη και το χάος που προκαλεί στους στενούς δρόμους, απογεύματα, την οποιαδήποτε καθημερινή, με αγόρια-κορίτσια και μανάδες-πατεράδες-παππούδες να τρέχουν. Στην πισίνα, στην ενόργανη, στο μπάσκετ, στο τζούντο, στο βόλεϊ, στον στίβο, στο σκάκι, στο ποδόσφαιρο.
Επειτα, η οσμή. Οι, περί το ματς με τον Πανθρακικό, «σεμνές και ταπεινές» εκδηλώσεις για την 123η επέτειο της ίδρυσης. Η μαύρη εμφάνιση των παικτών, οι μαύρες κορδέλες στην εξέδρα, τα χαρτόνια με γραμμένες επάνω τις πόλεις απ’ τις χαμένες πατρίδες, Εφεσος, Πέργαμος, Αντιόχεια, το πανό Τρεις Αιώνες, Δύο Ηπειροι, Μία Ομάδα, τα σμυρνέικα τραγούδια στο μεγάφωνο, ύμνος στη Μικρά Ασία, Καλδάρας. Αυτό. Το πλαίσιο. 
Δεν νοείται, ότι στα έγκατα του γηπέδου λειτουργούσε για χρόνια, τάχα ίντερνετ-καφέ, επί της ουσίας χαρτοπαικτική λέσχη. Τα έγκατα του γηπέδου είναι χώρος που προσφέρεται για δρώμενα. Σαν τον Γαλαξία, στην Πλατεία. Μια προβολή, μια έκθεση, μία παράσταση, μία εκδήλωση ωδείου. Ο Πανιώνιος έχει να προσελκύσει εκεί τους μουσικούς που είναι και οπαδοί του, ν’ αναβιώσει ο Ορφέας, ο σύλλογος-προπομπός του Πανιώνιου Γυμναστικού. Εχει να προσελκύσει τους σκηνοθέτες που είναι και οπαδοί του, τους κινηματογραφιστές που είναι και οπαδοί του, τους ηθοποιούς που είναι και οπαδοί του. Γιατί ό,τι μαζεύεις στα έγκατα, αυτά θ’ ανεβούν ύστερα και στην κερκίδα. Διαλέγεις. Τι θέλεις να έχεις. Σε έγκατα και κερκίδα. 
Οι ποδοσφαιριστές την Κυριακή, σε παράταξη μπροστά στον κόσμο, κράτησαν στα χέρια μια μακρόστενη ασπρόμαυρη απεικόνιση, καταπληκτική φωτογραφική απεικόνιση, της παραλίας της Σμύρνης πριν την Καταστροφή. Αυτά, ο Πανιώνιος δεν αντέχει να τ’ αποχωριστεί. Δίχως τον Τσακίρη, ή όποιον άλλον σαν τον Τσακίρη, μπορεί να επιζήσει. Δίχως τις αναφορές του, την προσφυγή στις ρίζες, όχι.
 Η Κυριακή ήταν ήδη, μονάχα μ’ αυτά, μια πολύ ωραία ημέρα στο γήπεδο. Κι αν έκανε λάθος ο Λαμπρόπουλος και μπήκε γκολ, δεν βαριέσαι. Επανόρθωσε, άλλωστε… 

Δεν υπάρχουν σχόλια: