Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

ΠΡΟΤΥΠΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Ένα ενδιαφέρον άρθρο για το θέμα:

Για τα πρότυπα σχολεία και την αναβίωσή τους

Αγαπητοί φίλες/φίλοι της "Αυγής",

Στο πλαίσιο του διαλόγου που διεξάγεται αυτή την εποχή για την αναβίωση των πάλαι ποτέ προτύπων (και νυν πειραματικών) σχολείων, διάβασα με προσοχή στην εφημερίδα σας την τοποθέτηση της κ. Τρίμη-Κύρου («Πειραματικά-πρότυπα σχολεία: μία αντίφαση και μία παγίδα»). Ως παλαιός απόφοιτος τέτοιου σχολείου, αλλά και εκπαιδευτικός, νιώθω τον πειρασμό να θέσω υπ' όψιν σας κάποια σχόλια για τη συγκεκριμένη τοποθέτηση απέναντι στα πρότυπα σχολεία.
Σπεύδω εξαρχής να διευκρινίσω πως πιστεύω ότι η αυθεντική λύση είναι η επαναφορά των εξετάσεων. Για να είμαι πιο ακριβής, τα πρότυπα σχολεία θα πρέπει να δέχονται μαθητές με εξετάσεις, και ενδεχομένως θα πρέπει να εξεταστεί η δημιουργία κάποιων πειραματικών σχολείων, όπου οι μαθητές θα εισάγονται με κλήρωση (ώστε να υπάρχει πειραματική διδασκαλία σε πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα μαθητικού κοινού). Το
βασικό ερώτημα όμως που πρέπει να απαντήσει η κοινωνία, είναι αν θα πρέπει να υποστηρίζονται οι μαθητές που διαθέτουν κάποια έφεση ή κάποιο ταλέντο στις επιστήμες (και, γιατί όχι, στις τέχνες, στον αθλητισμό κ.λπ.) για να εκτοξεύσουν τις δυνατότητές τους στα αστέρια και πιό ψηλά ακόμα. Αν η απάντηση είναι «ναι», τότε η αναβίωση των προτύπων είναι επιβεβλημένη. Κανένα σύστημα δεν είναι απόλυτα δίκαιο, ούτε βέβαια το σύστημα των εξετάσεων στην ηλικία των 12 ετών. Αναμφίβολα θα υπάρξουν αδικίες, αλλά το όφελος είναι σημαντικά μεγαλύτερο από τις όποιες παρενέργειες.
Αυτό δεν αποκλείει φυσικά (και δεν βλέπω να έχει ιδιαίτερη σχέση με) τη διάθεση να αναβαθμιστούν συνολικά τα δημόσια σχολεία. Σε πρώτο βήμα, η οικονομική δαπάνη της αλλαγής του συστήματος εισαγωγής στα υπάρχοντα «πειραματικά» από κλήρωση σε εξέταση, δεν είναι σπουδαίο. Απλά, πρόκειται για θέμα πολιτικής βούλησης.
Διαβάζοντας το άρθρο της κ. Τρίμη, είδα με ενδιαφέρον πως οι απόψεις που οδήγησαν στην κατάργηση των προτύπων καλά κρατούν σε κάποιους κύκλους, παρά την -όπως προσωπικά πιστεύω- ήττα τους στην κοινωνία. Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου, η αναβίωση των προτύπων συγκρίνεται με την επαναφορά των παρθεναγωγείων ή την κατάργηση της μεικτής φοίτησης!! Δεν γνωρίζω ποιες είναι οι έρευνες για την κοινωνική προέλευση των μαθητών των πάλαι ποτέ προτύπων που επικαλείται η κ. Τρίμη, δυσκολεύομαι όμως να ακυρώσω την προσωπική μου εμπειρία (που ταιριάζει, όπως διαπίστωσα και με την εμπειρία άλλων αποφοίτων της Βαρβακείου): ζώντας την ατμόσφαιρα του σχολείου μου την περίοδο 1974-1980 εκτιμώ πως η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών προερχόταν από μικροαστικές και μεσοαστικές οικογένειες, ενώ τα παιδιά των εργατικών οικογενειών ήταν σαφώς (πολύ) περισσότερα από τα παιδιά πλουσίων οικογενειών. 
Την αταξική αυτή σύνθεση εξασφάλιζαν οι εξετάσεις και αδυνατώ να πιστέψω πως θα τη διαταράξει σοβαρά η παραπαιδεία της προετοιμασίας για τα πρότυπα. Η συγγραφέας του άρθρου είναι στην εκπαίδευση (και μάλιστα στο Βαρβάκειο), απορώ λοιπόν πώς της έχει διαφύγει το γεγονός πως οι νεοσσοί των ευκατάστατων οικογενειών στρέφονται στα ιδιωτικά σχολεία, όχι (τόσο) για να βρούν καλή εκπαίδευση, όσο για να δημιουργήσουν τις κατάλληλες κοινωνικές διασυνδέσεις και γνωριμίες για το μέλλον τους. Αμφιβάλλω αν έστω και ένας εξ αυτών θα έκανε τον κόπο να κάνει φροντιστήριο για να περάσει με εξετάσεις σε πρότυπο σχολείο!
Από την άλλη, δυσκολεύομαι να κατανοήσω την αντιπάθεια που αποπνέει το άρθρο (συνήθης στους φορείς αυτών των απόψεων) για τους μαθητές με υψηλές δυνατότητες. Στο άρθρο της κας Τρίμη, οι άριστοι είναι πάντα «άριστοι» (σε εισαγωγικά) λες και δεν υπάρχει αυτό το είδος ή είναι ντροπή να διακρίνεται κανείς στο σχολείο (τα εισαγωγικά βέβαια σημαίνουν την αμφισβήτηση της αρθρογράφου σε οποιοδήποτε σύστημα αξιολόγησης της αριστείας, δεδομένων των κοινωνικών παραμέτρων, ωστόσο η επιφύλαξη και η αντιπάθεια ακόμα και στη λέξη «άριστος» είναι διάχυτη, πάντα κατά τη γνώμη μου). Το αποκορύφωμα βρίσκεται στην άποψη του άρθρου πως «Πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας είναι να υποστηρίζει την καλύτερη εκπαίδευση για τους περισσότερους και όχι για τους ελάχιστουςΤα προνομιούχα (λόγω ευφυΐας ή λόγω περιβάλλοντος) παιδιά θα βρουν τον δρόμο τους». Ή παρακάτω: «... η αναβίωση των προτύπων θα οδηγήσει σε αφαίμαξη των 'άριστων' μαθητών από τα υπόλοιπα δημόσια σχολεία. Είναι άραγε αυτό θετικό; Μήπως επιχειρώντας να ενισχύσουμε τους 'άριστους' χαντακώνουμε τους υπόλοιπους, στερώντας τις τάξεις τους από παιδιά που θα στήριζαν το μάθημα και τη διαδικασία κατάκτησης της γνώσης;».
Αυτό είναι εκπληκτικό: αντί να υποστηριχτούν τα παιδιά που έχουν κάποιες δυνατότητες, ώστε να τις εκμεταλλευτούν στο έπακρο, καλούνται να «στηρίξουν το μάθημα και τη διαδικασία της γνώσης»!! Φαντάζομαι πως το επόμενο βήμα θα είναι να διασπείρουμε τους καλούς μαθητές στα σχολεία υποβαθμισμένων περιοχών έτσι ώστε να έχουν κίνητρο οι μέτριοι και κακοί μαθητές να γίνουν καλύτεροι! Και όσο για τους άριστους, γιατί να νοιαστούμε; Αυτοί θα βρουν τον δρόμο τους...
Δεν νομίζω πως χρειάζεται άλλο σχόλιο, πέραν της διαπίστωσης πως 
το θέμα είναι καθαρά ιδεολογικόΤο βασικό ερώτημα είναι αν η κατάργηση των προτύπων στέρησε τη δυνατότητα σε παιδιά οικογενειών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, να αποκτούν πραγματικά καλή εκπαίδευση, αφού η κλήρωση είναι άδικο μέσο επιλογής και τα ιδιωτικά σχολεία είναι κάπως ακριβά. Κατα τη γνώμη μου αυτό ακριβώς συνέβη, και αυτό πρέπει να διορθωθεί με την αναβίωση των προτύπων.Το χειρότερο δε είναι πως οι «προοδευτικές», «αντι-ελιτίστικες» απόψεις της δεκαετίας του '80 (που όπως είδα στο άρθρο της κ. Τρίμη, καλά κρατούν) λειτούργησαν ως εν δυνάμει πολιορκητικός κριός των συμφερόντων των ιδιωτικών σχολείων, που ήταν και οι μεγάλοι ωφελημένοι από την κατάργηση των προτύπων και την ευρύτερη υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου. Υπάρχει ένα θαυμάσιο άρθρο του Στάθη Καλύβα (από το Yale) στην "Καθημερινή" («Στις ρίζες της χρεωκοπίας», 17 Οκτωβρίου 2010) που δείχνει και τις κοινωνικές συνέπειες της κατάργησης των προτύπων: στα ξένα πανεπιστήμια είναι συντριπτική πλέον η αναλογία των αποφοίτων ιδιωτικών σχολείων σε σχέση με το παρελθόν. Τελικά, οι «αντι-ελιτίστες» κατάφεραν αυτό που ήθελαν να αποφύγουν: την τέλεια ταξική παιδεία. Νομίζω πως ήλθε η ώρα να γυρίσει η κοινωνία την πλάτη σε αυτές τις ιδεοληψίες και να μπει ξανά στη λογική της επανίδρυσης των σχολείων που βοηθούν και υποστηρίζουν τους πραγματικά καλούς μαθητές.
Με εκτίμηση,
Κων/νος Δ. Κούτρας
Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Απόφοιτος της Βαρβακείου Προτύπου Σχολής




Και το αρχικό άρθρο από την "ΑΥΓΗ":
Πειραματικά - πρότυπα» σχολεία: μια αντίφαση και μια παγίδα

ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΤΡΙΜΗ - ΚΥΡΟΥ*

Άραγε θα εθεωρείτο εκπαιδευτική μεταρρύθμιση η επαναφορά στα σχολικά βιβλία της καθαρεύουσας ή η κατάργηση της μεικτής φοίτησης και η επαναφορά των παρθεναγωγείων; Όχι, τουλάχιστον για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών. Τότε γιατί να θεωρηθεί εκπαιδευτική μεταρρύθμιση η αναβίωση των πάλαι ποτέ προτύπων; Πώς είναι δυνατόν αυτή η επιλογή να υιοθετείται από μια κυβέρνηση που δηλώνει αποφασισμένη να δημιουργήσει το «Νέο σχολείο»;
Καταρχάς υπάρχει μια σύγχυση των όρων «πειραματικό» και «πρότυπο». Είναι όροι αλληλοαποκλειόμενοι, δεν μπορούν να συνυπάρξουν οι δύο ιδιότητες στο ίδιο σχολείο. Το υπουργείο καθιερώνει εισαγωγικές εξετάσεις στα «πειραματικά - πρότυπα» σχολεία, ώστε να φοιτούν σε αυτά οι «άριστοι», ενώ δηλώνει ότι θα αξιοποιήσει τα εν λόγω σχολεία για α) την παιδαγωγική επιμόρφωση - άσκηση εκπαιδευτικών και φοιτητών, β) τη δοκιμή καινοτομιών που θα αποτιμούνται με επιστημονικό τρόπο, ώστε όποιες κριθούν αποτελεσματικές να εφαρμοστούν πανελλαδικά.
Αν όμως δοκιμαστούν νέες μέθοδοι, βιβλία κτλ σε μαθητές κορυφαίων επιδόσεων, δεν είναι δυνατόν να συναχθούν συμπεράσματα για το αν πρέπει να προχωρήσουμε στη γενίκευση της δοκιμαζόμενης καινοτομίας πανελλαδικά. Μια πιλοτική εφαρμογή, για να ελεγχθεί η καταλληλότητά της με επιστημονικά έγκυρο τρόπο, επιβάλλεται να πραγματοποιηθεί με μαθητές που δεν απέχουν παρασάγγας από τον μέσο όρο.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών. Οι επιμορφούμενοι, για να βοηθηθούν ουσιαστικά, πρέπει να παρακολουθήσουν δειγματικές διδασκαλίες όπου θα εφαρμόζονται πρωτοποριακές μέθοδοι σε όσο το δυνατόν πιο πραγματικές συνθήκες. Έτσι μονάχα θα πεισθούν ότι είναι εφικτό σε μια μέση τάξη να εγκαταλείψουν τα παραδοσιακά πρότυπα διδασκαλίας. Διαφορετικά είναι αυτονόητη και εύλογη η ένσταση ότι «αυτά περπατάνε εδώ: επειδή έχετε την αφρόκρεμα, αποκλείεται να περπατήσουν στην Κυψέλη ή στο Μενίδι».
Αφού έγινε σαφές ότι ένα επιλεγμένο μαθητικό δυναμικό ακυρώνει τη λειτουργία των σχολείων ως χώρων έγκυρου πειραματισμού και πειστικής επιμόρφωσης, έχει σημασία να απαντήσουμε στην πιθανή εναλλακτική πρόταση να υπάρξουν δύο διακριτές κατηγορίες σχολείων: α) τα πειραματικά, των οποίων ο πληθυσμός θα προκύπτει με κλήρωση, ώστε να είναι αξιόπιστα τα συμπεράσματα των πιλοτικών προγραμμάτων και τα παραδείγματα της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, β) τα πρότυπα, των οποίων ο πληθυσμός θα προκύπτει με εξετάσεις και απʼ τα οποία θα αποφοιτούν οι μελλοντικοί διακεκριμένοι της Ελλάδας.
Είναι αληθές ότι σε αυτή την περίπτωση δεν θα υπήρχε αντίφαση στόχων. Το κάθε είδος σχολείου θα είχε τους δικούς του στόχους, συμβατούς με τον μαθητικό πληθυσμό του. Παρόλα αυτά, αν η ύπαρξη σχολείων πραγματικά (όχι κατ' όνομα) πειραματικών είναι μια οφθαλμοφανής ανάγκη, η αναγκαιότητα των προτύπων είναι αμφισβητήσιμη. Η αναβίωσή τους δεν συνιστά καινοτομία αλλά «παλαιοτομία», όχι τόσο γιατί τα πρότυπα ανήκουν στο μακρινό παρελθόν, όσο γιατί οι λόγοι που οδήγησαν στην κατάργησή τους διόλου έχουν εκλείψει.
Σωρεία ερευνών καταγράφουν και στην Ελλάδα αυτό που πρώτοι οι Γάλλοι Μπουρντιέ, Μποντελό και Εσταμπλέ διαπίστωσαν στη δική τους χώρα κάμποσες δεκαετίες πριν: οι σχολικές επιδόσεις εξαρτώνται άμεσα από το οικονομικό και μορφωτικό κεφάλαιο των οικογενειών όπου ανατρέφονται οι μαθητές. Ακόμα και δημοσιογραφικά άρθρα μετά την έκδοση των αποτελεσμάτων των πανελλαδικών εντοπίζουν την ανισότητα ευκαιριών στις σπουδές.
Στις περιζήτητες σχολές το ποσοστό των εισαγομένων που προέρχονται από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα είναι πολύ υψηλότερο από το ποσοστό που κατέχουν αυτά τα στρώματα στον συνολικό πληθυσμό. Υπάρχουν, βέβαια, εξαιρέσεις, αλλά απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Ιστορική έρευνα για την κοινωνική προέλευση των μαθητών των πάλαι ποτέ προτύπων αποτυπώνει χαμηλά ποσοστά μαθητών προερχόμενων από κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Προφανώς η ευφυΐα δεν κατανέμεται σύμφωνα με την κοινωνική προέλευση. Άλλη είναι η εξήγηση. Τίθενται λοιπόν κάποια ερωτήματα: Τι μετρούν οι εξετάσεις; Μετρούν την ευφυΐα; Υπάρχει ευφυΐα ανεξάρτητη από τα ερεθίσματα που παρέχονται στο παιδί, τον προφορικό λόγο που ακούει καθημερινά στο σπίτι του, τις ευκαιρίες επαφής που του προσφέρονται με διάφορες εκφάνσεις του πολιτισμού, με την τεχνολογία κτλ;
Οι έρευνες λένε πως όχι, δεν υπάρχει ευφυΐα ανεξάρτητη από το περιβάλλον όπου μεγαλώνει ένα παιδί. Άρα υπάρχουν παιδιά που προσέρχονται στις πιθανές εξετάσεις με περισσότερα εφόδια από άλλα. Επιπλέον, στην περίπτωση που αναβιώσουν τα πρότυπα, όπως συνέβαινε και όταν παλιότερα υπήρχαν, θα ανθήσουν τα ιδιαίτερα προετοιμασίας υποψηφίων για τις εξετάσεις εισαγωγής.
Καθώς δε η παραπαιδεία σήμερα είναι πολύ περισσότερο ανεπτυγμένη από όσο τη δεκαετία του ʼ60 ή του ʼ70, το φαινόμενο θα είναι σαφώς εντονότερο. Οι «άριστοι» λοιπόν θα επιλεγούν λόγω ξεχωριστής ευφυΐας ή λόγω καλής προετοιμασίας; Ούτε καν τα τεστ ευφυΐας και δεξιοτήτων δεν είναι σε θέση να απομονώσουν και να μετρήσουν αμιγώς την ευφυΐα, πόσο μάλλον οι εξετάσεις γνωστικού περιεχομένου.
Ας υποθέσουμε όμως ότι βρισκόταν τρόπος να εντοπιστούν οι πραγματικά ευφυείς και όχι οι ευνοημένοι από το κοινωνικό περιβάλλον. Και πάλι τίθενται κάποια ερωτήματα: Ωφελούνται αλήθεια τα ιδιαίτερα ευφυή παιδιά όταν συνυπάρχουν μόνο με ομοίους τους; Πόσο εύκολο είναι να αποφευχθεί ο ανταγωνισμός και η βαθμοθηρία; Μήπως υπάρχει ο κίνδυνος να καλλιεργηθεί έπαρση αντί σεβασμός και αναγνώριση κάθε είδους δεξιοτήτων και αρετών που έχουν οι συνάνθρωποί μας, ακόμα κι αν αυτές δεν συνεπάγονται επιδόσεις;
Ας μην παραβλέπουμε δε το γεγονός ότι σε κάθε τάξη, και στις τάξεις των αρίστων αναπόφευκτα, κάποιοι έσονται πρώτοι και κάποιοι τελευταίοι. Είναι άραγε το ίδιο να είσαι τελευταίος σε μια κοινή τάξη και το ίδιο να είσαι τελευταίος σε μια τάξη αρίστων; Συζητήσεις με πρώην μαθητές προτύπων καταδεικνύουν ότι βίωναν επώδυνα τη θέση τους όσοι υπήρξαν ουραγοί. Το θλιβερότερο είναι ότι αυτοί οι ουραγοί των προτύπων θα ήταν μάλλον πρώτοι σε άλλα σχολεία. Επρόκειτο για μια εντελώς πλασματική αποτυχία, που όμως δεν τη βίωναν ως τέτοια.
Κάτι ακόμα δεν συνάδει με την αναβίωση και άρα τη χρηματοδότηση των προτύπων. Πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας είναι να υποστηρίζει την καλύτερη εκπαίδευση για τους περισσότερους και όχι για τους ελάχιστους. Τα προνομιούχα (λόγω ευφυΐας ή λόγω περιβάλλοντος) παιδιά θα βρουν τον δρόμο τους.
Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναλογιστούμε την εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια: εκείνος αρνήθηκε να ιδρύσει πανεπιστήμιο θεωρώντας ότι όσα λεφτά μπορούσε να διαθέσει στην παιδεία έπρεπε να ωφελούν όσους αδυνατούσαν με δικά τους μέσα να μορφωθούν. Όσοι μπορούσαν να παραμείνουν εκτός αγοράς εργασίας στην αντίστοιχη ηλικία πιθανότατα μπορούσαν και να σπουδάσουν στα πανεπιστήμια της Ευρώπης. Έτσι προτεραιότητα έδωσε στη στοιχειώδη και την επαγγελματική εκπαίδευση.
Άραγε ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητές μας σήμερα; Η αναβίωση των προτύπων απαντά στις επείγουσες ανάγκες του εκπαιδευτικού μας συστήματος; Μήπως όσοι θα γίνουν μαθητές προτύπων (όπως και οι επίδοξοι φοιτητές της εποχής του Καποδίστρια) δεν έχουν πραγματικά ανάγκη από αυτά τα σχολεία; Μήπως κάποιοι άλλοι μαθητές έχουν περισσότερη ανάγκη από την αναβάθμιση των σχολείων τους;
Πάντως στη Γαλλία το υπουργείο της αντίστοιχης σοσιαλιστικής κυβέρνησης (προ Σαρκοζί) χαρακτήρισε «σχολεία προτεραιότητας» τα σχολεία των υποβαθμισμένων αστικών περιοχών κι αυτά απορροφούσαν τα υψηλότερα κονδύλια, ακριβώς για να βοηθηθούν παιδιά με μειωμένες ευκαιρίες για μόρφωση.
Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι η αναβίωση των προτύπων θα οδηγήσει σε αφαίμαξη των «άριστων» μαθητών από τα υπόλοιπα δημόσια σχολεία. Είναι άραγε αυτό θετικό; Μήπως επιχειρώντας να ενισχύσουμε τους «άριστους» χαντακώνουμε τους υπόλοιπους, στερώντας τις τάξεις τους από παιδιά που θα στήριζαν το μάθημα και τη διαδικασία κατάκτησης της γνώσης;
Υπάρχουν και άλλα θέματα που μένουν ανοικτά στην υπουργική ανακοίνωση. Ένα κομβικό είναι τι περιθώρια ελευθερίας θα δοθούν για την υιοθέτηση εναλλακτικών τρόπων αξιολόγησης των μαθητών, τη μεταβολή ωρολογίων προγραμμάτων, διδακτέας ύλης κτλ. Είναι κρίσιμο να μην απαιτούνται πολύπλοκες χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες για να εγκριθεί ένας πειραματικός σχεδιασμός.
Επίσης πολύ βασικό ζήτημα είναι τα κριτήρια επιλογής των εκπαιδευτικών που θα στελεχώσουν τα πειραματικά. Είναι άραγε το διδακτορικό και τα μεταπτυχιακά εγγύηση για την ετοιμότητα και τη διάθεση των εκπαιδευτικών να εφαρμόσουν καινοτομίες; Δεν είναι εξίσου σημαντικά κριτήρια η πρότερη εμπλοκή των εκπαιδευτικών σε πρωτοποριακές εκπαιδευτικές δράσεις ή στην άσκηση φοιτητών, η παρακολούθηση σεμιναρίων διδακτικής κτλ.;
Αν κάποιος έχει κάνει διδακτορικό π.χ. για τον Πλωτίνο, αυτό σημαίνει πως είναι δάσκαλος που επιδιώκει την υπέρβαση των αυτονόητων στην εκπαίδευση; Κι όμως τέτοιους χρειάζεται ένα πειραματικό σχολείο. Και για να ενδιαφερθούν αυτοί να στελεχώσουν τα πειραματικά, πρέπει οι συνθήκες να είναι πρόσφορες αλλά και να νιώσουν εργασιακά ασφαλείς.
Κλείνω με μια απορία επί της διαδικασίας: Γιατί ακολουθείται μια διαδικασία κατεπείγοντος για τη σύνταξη του νομοσχεδίου περί πειραματικών - προτύπων; Τέλος πάντων σε ποια πιεστική ανάγκη απαντά αυτό το νομοσχέδιο και δεν υπάρχει χρόνος για ζύμωση ευρύτερη των προτάσεων του υπουργείου;
* Η Κατερίνα Τρίμη-Κύρου είναι εκπαιδευτικός Βαρβακείου Πειραματικού Γυμνασίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: