Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΟΤΑΝ ΓΕΡΑΣΟΥΝ

Αναδημοσιεύουμε την χθεσινή ανάρτηση του blog "ΣΚΑΚΙ ΣΤΑ ΔΥΤΙΚΑ" την οποία προσυπογράφουμε:


"Η Μπαλάντα του Κυρ- Μέντιου" Κώστας Βάρναλης

Μαγικές κουβέντες, επίκαιρες όσο ποτέ. Ποιός δεν βλέπει τη σημερινή εποχή σε αυτούς τους στίχους; Δεν θα το ρίξω στην πολιτική, τουλάχιστον μέσα από αυτό το blog. Αλλά σκεφτείτε ο καθένας στην περιοχή του, στο σωματείο του, στη δουλειά του, στο περίγυρό του να βρει κοινά στοιχεία και ανθρώπους-αφέντες με αυτούς τους στίχους. Απομονώστε όλους τους παράγοντες, τους παραγοντίσκους και τους βαστάζους τους, που με πυξίδα το προσωπικό τους συμφέρον εκμεταλλεύονται τα παιδιά μας. Μη παρασύρεστε από παχιά λόγια. Μη μαθαίνουμε στα παιδιά μας να επιβιώνουν μόνο σκύβοντας το κεφάλι. Ας τους δείξουμε έναν άλλο δρόμο. Το δρόμο της αξιοπρέπειας και της διεκδίκησης αυτών που δικαιούνται. Και ας αρχίσουμε από τα σωματεία μας και τις τοπικές ενώσεις. Για να κάνουμε το άθλημα εργαλείο για τη σωστή ανάπτυξη των παιδιών μας και όχι τα παιδιά μας μοχλό πίεσης στα συμφέροντα μερικών. Μπορούμε...

Δε λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μια και κούτσα δυο της ζωής το ρημαδιό!
Mεροδούλι, ξενοδούλι! Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό και μ' φήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια, παραβγαίνανε στην παίδεια
με κοτρόνια στα ψαχνά, φούχτες μύγα στ' αχαμνά!
Aνωχώρι, Κατωχώρι, ανηφόρι, κατηφόρι,
και με κάμα και βροχή, ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι
κι' έχτισα, στην εμπασιά του χωριού, την εκκλησιά.
Kαι ζευγάρι με το βόδι (άλλο μπόι κι' άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα" κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαϊ.
Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό, την τιμή της ουρανό!

Aλλά εμένα σε μια σφήνα μ' έδεναν το Μαη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό να γκαρίζω, να θρηνώ.
Kι' ο παπάς με την κοιλιά του μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός: "Σε καβάλησε ο Χριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει όλ' η Χώρα κι' οι καμπόσοι.
Μη ρωτάς το πώς και τί, να ζητάς την αρετή!
-Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου! -Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!
-Αντραλίζομαι!... Πεινώ!... -Σούτ! θα φας στον ουρανό!"

Kι' έλεα: όταν μιαν ημέρα παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κι' εγώ, του θεού τ' αβασταγό!
Kι' όταν ένα καλό βράδυ θα τελειώσει μου το λάδι
κι' αμολήσω την πνοή (ένα πουφ είν' η ζωή),

H ψυχή μου θε να δράμη στη ζεστή αγκαλιά τ' Αβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του να φιλάει τα γένια του!
Γέρασα κι' ως δε φελούσα κι' αχαϊρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω στη σπηλιά τον Αι-Φραγκίσκο:
"Χαίρε φως αληθινόν και προστάτη των κτηνών!
Σώσε το γέρο κύρ Μέντη απ' την αδικιά τ' αφέντη,
συ που δίδαξες αρνί τον κύρ λύκο να γενή!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Μα με την κουβέντα αυτή πόρτα μου 'κλεισε κι' αυτί.
Tότενες το μαύρο φίδι το διπλό του το γλωσσίδι
πίσω από την αστοιβιά βγάζει και κουνάει με βιά:

"Φως ζητάνε τα χαϊβάνια κι' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι' όξαποδώ κει δεν είναι παρά δώ.
Aν το δίκιο θες, καλέ μου, με το δίκιο του πολέμου
θα το βρης. Οπου ποθεί λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου- τον αφέντη τον κουφό σου!
Και στον ίδρο το δικό γίνε συ τ' αφεντικό.
Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς θα 'ρτη ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει κι' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι' άλλος ήλιος έχει βγη σ' άλλη θάλασσ', άλλη γης".


Δεν υπάρχουν σχόλια: